Την λεν Αστρίδα.
Μας την έκλεψε ο Θωρ μια νύχτα με φεγγάρι
στο νοτιότατον άκρο της Θάσου.
Την ώρα που η ονειροπαρμένη μάνα της
χάζευε τα περιβόλια του Άθωνα,
πάνω απ’ το νησάκι της Παναγιάς.
Δεν γίνεται εύκολα ζάπι τέτοιο τρελοκόριτσο·
στο Νόρντκαπ του ξέφυγε,
καθώς την πήγαινε για την Σπιτσβέργη.
Έπεσε σ’ ένα πέπλο, δώρο του ήλιου στην ξαδέλφη της Ηλέκτρα,
που σκάλωσε από δυο κλωστές στη γέφυρα του Στοκμάρκνες,
πατρίδα της προ-γιαγιάς της Μάρτας, στις νήσους Βεστεράλεν.
Έναν παραλληλο ακριβώς πιο πάνω από τα Λοφούτεν
του Νάγκελ Χαρμπορ και των θρύλων του πιλότου στο Κολόμπο.
Εκεί στεκόταν έναν χειμώνα όλόκληρο,
σκληρό, γεμάτο χιόνι – έπεφτε ασταμάτητα έναν μήνα-
να τυραννάει την μάνα της που εγκαρτερούσε.
Δάκρυα, σταγόνες αίμα και κραυγές
στις πέτρινες πλαγιές του Έκεμπεργκ στο Όσλο.
Εκεί ήταν, στην κορφή του Σέλαος, τραμπαλιζόταν και κορόιδευε.
Πρόσμενε την κατάλληλη βραδιά για να τσουλήσει
στων τρελών ηλεκτρονίων την εσάρπα,
να βρεθεί ίσα στην αγκαλιά της μάνας της.
Μέχρι χθες βράδυ που έφτιαξε ο καιρός, χαμήλωσε γλυκά η κουρτίνα.
Ήταν τόση η φόρα, το γέλιο κι η χαρά τους,
που βρέθηκαν κι οι δυο εν τέλει, κλεισμένες στου Ούλεβαλ τις γυάλες.
Θα τις αφήσουν λεύθερες, σίγουρα, όταν ξυπνήσουν.
Εμέ, τον Ήδωνα παππού, εδώ στον νότο,
μ’ έχουν γραμμένο όπως κι όλοι οι άλλοι.
Αλλ’ έχω σχέδια ο πονηρός γέρων για το μεγάλο θέρος.