Είστε εδώ

Καλίνδρια

είδα μιαν ουρά καταμεσήμερο στ' αριστερό του δρόμου 
τριάντα με σαράντα νέα παιδιά 
κορίτσια με μαντήλες μελαχροινά 
μαυροντυμένα όλα με μόνο βιός μια τσάντα στην πλάτη 
τους λόφους πριν το Χέρσο να κατηφορίζουν
στον δρόμο απ’ την Δοϊράνη στο Κιλκίς 
πλάι στις ακίνητες ανεμογεννήτριες δεξιά
της πράσινης ανάπτυξης που καραδοκεί 
στα κόκκινα χώματα με τα χρυσά στάχια  

μπροστά μπροστά  δύο καχεκτικοί και ξεθεωμένοι 
περάσαν δεξιά στον χωματόδρομο για την Καλίνδρια 
και έκαναν νοήματα στους άλλους και σε μένα
σταμάτησα το Peugeot στο πλάι τους

village ρωτούσαν 

τι να τους πω 
σάματις ήξερα κι εγώ
τώρα τα βλέπω στον χάρτη 
τι να τους πω 
πως το χωριό που ψάχνανε
είναι οι μισοί πρόσφυγες 
τι να τους πω 
ότι κι εγώ μισός πρόσφυγας είμαι

είχα στο πλάι μου ένα ψωμί σπιτίσιο 
και μια σακούλα κόκκινα κεράσια απ' την Καστανούσα
τους τά 'δωσα κι έφυγα όλος ντροπή

συγνώμην Αθανάσιε που δώρισα τα δώρα σου 
αλλά δεν σκέφτηκα τίποτε άλλο 
παρά ένα ποίημα που μ’ ακολουθεί εδώ κι είκοσι δύο χρόνια*

πέντε χιλιόμετρα πιο κάτω το ίδιο σκηνικό 

στην πρώτη έξοδο για το Κιλκίς 
είδα τις άσπρες μηχανές 
τους μαύρους καβαλάρηδες 
με τις σειρήνες και τα γαλάζια φώτα 
να φεύγουν προς τα πάνω

 
Ανάρτηση: