Ψόφια η καφεΐνη.
Ξεθυμασμένος απ’ τ΄ απόγευμα καφές της μηχανής.
Βρωμάει απ’ τα σκουπίδια μιας μέρας μας ο νεροχύτης.
Άθλια κουζίνα αλλουνού που την πληρώνεις αγογγύστως.
Μεσάνυχτα, κλείνουν τα μάτια σου μα συνεχίζεις.
Έφτασε τρία εκατομμύρια ο λογαριασμός,
ας είναι λες, αντέχονται με δυόμισι δουλειές ...
Ποιος άφησε αναμμένη την καφετιέρα όλη νύχτα;
Νυστάζω μάτια μου μ’ ακόμη σ’ αγαπώ,
κι ας μη διαβάζεις τα καφέ μου ποιήματα.