ήταν πολύ σκληρός άντρας ο πατέρας μου
κι η μάνα μου πολύ γλυκιά γυναίκα
γνώρισα ένα φθινόπωρο του εβδομήντα
την παρέα ετούτη σε μια πλατεία
στο βόρειο Παγγαίο
με βρίζαν οι γερόντοι μου
που τους εμίλαγα
με κοίταζε κι ο γέρο-μαλάκας
-θεός σχωρέσ’ τον-
πίσω απ’ τα γυαλάκια του
σα νά ‘λεγε το μουστάκι του
«δεν μου κάνεις»
τέλος πάντων …
εντάξει
κάτι έγινε και κουνηθήκαν τα νερά
δεν πάμε κι άσχημα
δοκιμάσαμε
πουστράκια-πουτανίτσες
μπήκαμε στην εποχή με τις
κανάρες και τους φλώρους
πού θα πάει
θά 'ρθει κι η σειρά για
άντρες και γυναίκες
ο χρόνος νά ’ν’ καλά