Κι εγώ θυμάμαι τον Γονίδη,
γέρον αγωνιστή απ’ τα Λάβαρα.
Είχε κατέβει
μοναχό δεκοεπτάχρονο ανταρτόπουλο μέσ’ στο Χριστός,
ο αθεόφοβος και τά ’βαλε μ’ όλη τη φρουρά.
Γράφαν οι εφημερίδες για τάγμα των συμμοριτών.
Κοίταζε στην παγωμένη Σόφια
ένα μνημείο αφηρημένο
για τα, δεν ξέρω ‘γω πόσα, χρόνια κράτους Βουλγαρικού.
Δεν είχε πια πατρίδες από χρόνια.
Δεν τις ξεχώριζε.
‘Δε μ’ αρέσει,
θά ’θελα κάτι να φέρνει από Βελουχιώτη,
απ’ Ανδρούτσο
μ’ ένα σπαθί στο χέρι.
Τι λες Χρηστάκο μ’,
μια φορά ακόμ',
δε θα το τραβήξω;’
Πέθανε στο τραίνο Σέρρες-Λάβαρα,
ήρεμος στη θέση του, χαμογελώντας.
Στα Δίκαια το κατάλαβε ο μηχανοδηγός μόνος.