Ήρθε ένας παππούς ογδοηκοντούτης και τρεμάμενος
από τον πάνω, τον τελευταίο όροφο.
Ενοικιαστής αυτός, ενοικιαστής κι εγώ
- καινούριος εγώ στην οικοδομή.
Απελπισμένος ο άνθρωπος με τα κοινόχρηστα,
400 Ε αυτός,
οι άλλοι όλοι γύρω στα 200.
Του έλυσα εν μέρει την απορία του,
ξέρω καλά τους παππούδες απ' τα χρόνια της ανασυγκρότησης.
Έφυγε ο συνταξιούχος του ταμείου εμπόρων
γαληνεμένος και μ' έκανε κι εμένα ευτυχή.
Είπε για το παλιό σαλόνι μας:
"Τι ωραίο σαλόνι, μοντέρνο
και πώς πάει το κόκκινο της φωτιάς με το μαύρο!"
Είπε και για την Μαίρη:
"Μα αυτό το κοριτσάκι είναι γιαγιά;"
Και μια λέξη για μένα παλιά και μαγική:
"Θέλω να έρθεις κάποια στιγμή για έναν καφέ.
Πρέπει να γνωριστούμε διότι είσαι EYΧΑΡΙΣ!"
Μεγάλη η χάρη του θεέ μου!