σπάω πάντα τα καρύδια μ' ένα σφυρί
σε μια πλάκα μαρμάρινη
να κάνει θόρυβο το κτύπημα
να βάζει τον ήχο της κι η πλάκα ως αντηχείον
μου πήρε η Μαίρη καρυοθραύστες
διάφορους ωραίους πρακτικούς
δεν τους γουστάρω· ακούγεται σκέτος
ο ήχος των καρυδιών που σπάνε
εγώ θέλω να θυμάμαι τον παππού Χρηστάκη
που τά ‘σπαγε με τα δόντια· στο στόμα και γελούσε
σαν πέθανε τον θάψαμε μ’ ένα μονάχα
δόντι λειψό· το είχε χάσει από καρύδι