Όντως οσμίζεται ο θάνατος
κι ακούγεται
κι αγγίζεται
και φαίνεται.
Κρυφά ή ανενδοίαστα φανερά
υπερίπταται πάντων και πληροί κάθε κενόν
του Θεαγενείου τούτου μεγάρου.
Πλήθη αλλοφρόνων ασθενών
ρέουν ακατάπαυστα
σε διαδρόμους, κλίμακες, ανελκυστήρες-
χώρους και μέσα ανεπαρκή της έκτασης των απειλών.
Δεν μπορώ και πάλι όμως την λύπη να δω,
δεν μπορώ...
Φταίει η ανόητη αισιοδοξία μου;
H σκoπίμως παρατεταμένη εφηβεία μου;
Οι αμετάκλητοι ματεριαλισμοί στο ξερό μου το κεφάλι;
Ή μήπως αυτοί οι ωραίοι στρατιώτες
με τις αστραφτερές τους άσπρες μπλούζες,
με τα φτερά και τις ρομφαίες τους, μαχητές
που προστασία μας παρέχουν
δίνοντας μάχη απέλπιδα;
Περνούν καμιά εικοσαριά ειδικευόμενοι μπροστά μου,
είναι νέοι, ωραίοι
κι όλοι χαμογελούν και παίζουν σαν παιδιά
σαν να σου λένε
-Κι αν να νικήσουμε είναι αδύνατο,
τώρα πια κάτι κάνουμε, τον καθυστερούμε.
Ύστερα, ποιος ξέρει,
κάτι παραπάνω θα γίνεται.