Δε σταματάει με τίποτα ο
αρμονικός τριποδισμός σου
γαζέλα μου ντυμένη σκοτεινά,
πουλάρι μου μελαχρινό και ντούρο.
Τσιγάρο λεπτότατο στα χείλη
κρεμασμένο του έρωτα ειρωνικά.
Levi’s, Armani, Gauloises και Harley,
ούτε καν η αισχρότατη ταμπέλα
“οικόπεδα πωλούνται” επί ορίων
να πάν πιο κάτω δεν μπορούν από δύο χιλιοστά.
Βαφή ασθενής και ξεραμένη όλα.
Τόσο δα χρειάζεται να ξύσεις με το νύχι,
ένα τίποτα, και νάτος
πηδάει ο έτοιμος ψαλμός,
δοξαστικός της αειφόρου σου νεότητας
κι ενός δίκαιου συγκεκριμένου
που η ευφορία του αίφνης επανακάμπτει.
Έτσι ολόισια πας, άνευ αχρήστων ελιγμών,
στην κάλλιστη συμφωνία του λευκού,
και προσπερνάς υψηλοφρόνως
το τελευταίο χέρι ζωής, χακί, ηλιοψημένο,
απελπισμένα γαντζωμένο
στην πολυεστερική σου επιφάνεια,
μα αδύναμο.
Ύστερα γονατίζεις
και σε χώμα κόκκινο ακουμπάς.
Για ποιο γραμμάτιο, γιε μου;
Ποιαν οφειλή ανθρώπου άδικου, σε ποιον κακό Θεό;