Αλέξη, Σούφα ή Μαρκόι
τι γύρευες εσύ οπλοφορώντας
παιδάκι πράγμα άπραγο
-κι ας λένε αυτοί πολύπραγος ληστής-
στο πλάι της Παλαίστρας,
εντός της εκτός μου χώρας
στα όρια της δικής σου;
Σε είδα πρώτη μου φορά
να κατεβαίνεις την Κατάρα
αφού διέσχισες τον Βίκο με βροχή
μ’ όλο το βιός σου μια σακούλα πλαστική.
Ξανθός, αδύνατος και πεινασμένος,
γεμάτες κράνα οι τσέπες σου,
όλο λειχήνες. Ετών δεκατεσσάρων.
Μοιραστήκαμε τον φόβο.
Κι ένα κομμάτι αχνιστό ψωμί.