Ερείπιο γκαζάδικο, ρημάδι.
Μαύρο κατάστρωμα,
μόλις μισό μέτρο πάνω απ’ τα νερά.
Σπασμένες κουπαστές.
Αγκομαχάς μπρος στο Καρά-Μπουρνού,
φάνηκε η Σαλονίκη, άσπρισε στον ήλιο
κι εμείς στους λέβητες καίμε ό,τι βρούμε,
έπιπλα, πατώματα, τα λαδωμένα μας στουπιά.
Βάλαμε χέρι στο φορτίο πια, δεν πήγαινε άλλο.
Μα, πας παλιόσκαρο ακόμη και υπάρχεις.
Πας σκυλοπνίχτη τόσα χρόνια κι έρχεσαι,
το ξέφραγο πέλαγο ανεβοκατεβαίνεις,
σταματάς στα βιασμένα του νησιά
και κουβαλάς όλους εμάς.
Πόρνες, αλήτες, φτωχορουφιάνους,
ξεγραμμένους ποιητές, απελπισμένους επιστήμονες.
Κι εκείνη την υπέροχη γυναίκα π’ ανέβηκε στη Σύρα
-έμοιαζε τις γυναίκες του Rossetti.
Ο γιος μου, ανόητος έφηβος, παίζει με τους αφρούς,
πηδάει στη θάλασσα, τρέχει στο πλάι μας,
μας ξεπερνάει, μένει πίσω μας,
βουτάει από κάτω μας.
‘Πρόσεχε τις προπέλες ρε κωλόπαιδο, λιώμα θα σε κάνουν’,
φωνάζει ο καπετάνιος.
Δεν ακούει.
Γέμισε τα νερά πτώματα ο Βαρδάρης.
Και πάμε, πάμε στον έσω Θερμαϊκό.
Τα κιάλια φέρνουν τη πόλη στο πλάι μου.
Στο λιμάνι, στην παλιά παραλία, στη νέα
στρατός μιλιούνια, βλοσυρές φάτσες,
σκουτάρια βυζαντινά,
πανοπλίες φράγκικες
λιοντάρια βενετσιάνικα,
τούρκικα σαρίκια και περιστρεφόμενοι δερβίσηδες.
Μα όλοι αυτοί κι οι κατοπινοί τους εμάς προσμένουν;
Δε θα χορτάσουν ποτέ τ’ αφεντικά τους;
Το βρακί των ξεβράκωτων θέλουν.
Γκαζάδικο σαράβαλο, σάπιο σκαρί
τη σάπια αλυσίδα της άγκυρας
την κόψαμε κρυφά.
Όσοι προλάβαν να πηδήξουν, πήδηξαν.
Ας είναι,
οι ακτές της Ευρώπης είναι κοντά.
Οι άλλοι στήσαμε γλέντια τρελά.
Χορός, μεθύσια κι έρωτας άγριος της απελπισίας
επάνω στα καμένα λάδια, τα λιωμένα γράσα
και την παλιά σκουριά του καταστρώματος.
Εκείνη τη γυναίκα π’ ανέβηκε στη Σύρα δεν την άγγιξα.
Καμάρια μου, όσοι μείναμε,
πρόσω ολοταχώς στην άθλια προκυμαία
με το φυτίλι αναμμένο.