Τι θέλουν όλοι αυτοί στον τόπο μου;
Πώς βρέθηκαν εδώ, πώς ξεφυτρώσαν;
Πώς έμεινα ολομόναχος, άλαλος και κουφός;
Τι διάολο συμβαίνει και δεν νογάμε γρι;
Δεν έχει τίποτα να μας ενώσει.
Τίποτα.
Τι ψάχνετε σ’ άδειες βιβλιοθήκες,
διαγουμισμένες αποθήκες,
πολιτείες νεκρές,
κοιλάδες και βουνοπλαγιές καμένες;
Τίποτα δεν έμεινε να μας ενώσει.
Ακούς τη φωνή σου, τον αέρα, τη βροχή.
Τίποτα άλλο.
Τι μπορεί κι ακόμα σε δένει μ’ αυτήν τη γη;
Πέντε διαβάσματα;
Πέντε παραμύθια της γιαγιάς;
Μια μάνα, ένας πατέρας;
Ποιος τώρα να λογαριάσει κάτι τέτοια;
Το κακό της πόλης μου βλέπω μόνον.
Ελπίδα καμιά.
Μεγαλώνω παιδιά
μου τα μαγεύουν άλλοι.
Λένε,
μπαμπά δε ξέρεις τι λες.
Μα εγώ ξέρω καλά.