λεύκες πλατάνια κι ακακίες με πράσινα φύλλα ακόμα
Δεκέμβρης στα γεμάτα
τι μπάσταρδοι χειμώνες είν΄ αυτοί
δεν πήραμε καμίαν άδεια για τις παροχές
φώναζε ο ρήτορας απ’ την αψίδα του Γαλέριου
κι ανταπαντούσες
τι λέει ρε παιδί
αυτό κι αν είναι αντίσταση· όχι παίξε γέλασε
φοβάμαι μου είπες
όσο οι δρόμοι είναι αδειανοί· φοβάμαι
όσο ο εκπρόσωπος δεν θέλει αντιπρόσωπο στην άσφαλτο
φοβάμαι
και χάθηκες σ’ ένα κοντσέρτο
για δυο ιπτάμενα και τρία επίγεια
ή σε μια συμφωνία σε χρώμα μπλε μείζον
δεν θυμάμαι
αν ήταν ακριβώς στην via egnatia
με κλειστές τις πύλες της πόλεως
εμένα όμως μ' αρέσει έτσι
να βρίσκω παραπόρτια ανοιχτά
για την Ρεντίνα και τις Εννέα Οδούς
πρόλαβες να περάσεις το γεφύρι
πριν να το θάψουν λάσπες κόκκινες
'φούσκωσε αποβραδίς το Μέγα ρέμα
οι δώθε δεν θα παν στην λαϊκή σήμερα'
άκουσες την γλυκιά κυρούλα με το καρότσι
το διάφανο πλαστικό αδιάβροχο
και τ’ άσπρα σαν της μάνα σου μαλλιά
ανατρίχιασες
είχες ν' ακούσεις τέτοια φράση απ' το '60
έρημη λεύκα μοναχή κατάξερη και τελευταία
στη μέση στο πλημμυρισμένο ρέμα
και τα σπιτάκια της Καπουτζήδας εμμονή
ο Εγγλέζος περιηγητής με την ομπρέλα να
αναφωνεί χωρίς κανείς να τον ακούει
oh so beautiful so Doric
they use you only as a kitchen garden
ξόδεψες κάπου επτά χρόνια στους νερόμυλους
μέχρι να βρεις πάλι τον δρόμο σου