Φανάρι, στην Εγνατία που με βάζεις,
φρουρέ του χρόνου κιτρινόμαυρε
και των δικαιωμάτων της διέλευσης,
αναβοσβήνεις απελπισμένα
στην τριχρωμία σου τη σειριακή
και την απόλυτή σου τάξη.
Είναι περίεργη ώρα η ενδεκάτη πρωινή,
κανείς δεν είναι να περάσει.
Έτσι σε τρώει η μοναξιά σου,
τα πράσινα φύλλα που σε τυλίγουν
κι η υγρασία της Μητρόπολης.
Στη θέση σου θα έστηνα χορό
όλα ανατρέποντάς τα.
Μα πώς στην ευχή κάθεσαι έτσι ήσυχο
πλάι στο Λυσσιατρείο, στην αυλή
νοσοκομείου νοσημάτων Λοιμωδών;