Τα κάστρα της πόλης είχαν πια χαθεί.
Άλλα βουλιάξαν στη θάλασσα,
άλλα πέσαν στο χώμα
για να περάσουν δρόμοι μ’ ένδοξα ονόματα.
Ό,τι έμεινε, χάθηκε στο χάος του πολέμου
της νικηφόρας καθ’ ύψος συγκατοίκησης.
Όσο κι αν ψάχνεις απ’ το Καραμπουρνάκι
με μάτι γυμνό δεν τα χωρίζεις
από τοίχους, μπετόν και μέταλλο.
Ο Πύργος στην ακτή, χαμήλωσε απότομα γύρω στα ’60.
Ντράπηκε μπρος στον όγκο και το βάρος
αυτών που σπούδαζαν την Μακεδονία
ανατέμνοντας το δύσμοιρο σώμα της.
Τώρα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου,
ν’ αλλάξουν όλα τα σήματα κι οι προσανατολισμοί
-τι σχέση έχουμε εμείς μ’ ειρκτές, υποταγές, συμβιβασμούς;-
Τέλος αιώνων, η μουσική να γίνει έμβλημα της πόλης,
να τη σκεπάσει, να την πνίξει με τη χάρη της.
Ακόμα καλύτερα αν εκπορεύεται
από έναν πύργο Βυζαντινό
δέκα φορές χοντρότερο και δυο φορές ψηλότερο
στην άλλη άκρη της πόλης.
Ευτυχώς, κάποιοι έχουν βρει την λύση του φωτός.
Έτσι τη νύχτα η γραμμούλα των τειχών ακόμη ξεχωρίζει.
Είναι πάντως, δουλειές της νύχτας.
Φοβάμαι όμως,
μήπως οι μουσικόφιλοι ζηλέψουν κι αυτήν την δόξα της
νυκτός,
κι αντιληφθούν πως κάνει ο πύργος τους για φάρος.