το σοκάκι περνάς την αγράμπελη αγγίζοντας
να προχωρήσω λες τώρα ή όχι
πόσο παραβιάζω τις ζωές τους
τολμάς και βγαίνεις σε ξέφωτο
που σώθηκε απ’ την ερπύστρια
τσινάρια ακακίες και μανόλια
μια μουσμουλιά
το μπαξεδάκι κι η κληματαριά
έμεινε στη μέση-μέση κι ένα
κάτασπρο και απαστράπτον
κομψό αποχωρητήριο
πώς να ονειρευτώ μετά εγώ
Νταβός σ' ερημονήσι του Ευβοϊκού
όπως καλή ώρα ο οραματιστής
φαντασιόπληκτος συνάδελφός μου
του οικονομικού αυτός· ανοικονόμητος