Έρχεσαι παλιοκάικο.
Έρχεσαι πάλι και μ’ αναστατώνεις.
Κύκλους μου γράφεις
πάνω απ’ το θόλο του Pallais de sportes.
Πότε κοροϊδεύοντας άθλια γκαζάδικα,
πότε περιγελώντας ηλίθια γκρίζα πολεμικά.
Πώς παίζεις έτσι με τους κωπηλάτες μου;
Αυτοί κι εσύ δεν πήρατε τίποτα χαμπάρι;
Τίποτα δε σας άγγιξε;
Κερύνεια…
Έτσι, χωρίς σήματα άλλα.
Μια μαύρη πλαστική σακούλα σκουπιδιών σημαία.
Τάχα ψαρεύεις, τάχα ξεψαρίζεις, τάχα κουβαλάς.
Τάχα…
Κύκλος περιπαιχτικός είν’ όλα σου.
Σε σημείο εκβολής σιχαμένων αποβλήτων,
σ’ άκρον υποθαλάσσιου αγωγού.
Και βάζεις μετά πλώρη
αψηφώντας ρεύματα, βαρδάρηδες,
εγγλέζικες κανονιοφόρους κι αεροπλανοφόρα,
πολιτικές επιταγές κι ολοκληρώσεις
στο διαφορικό λογισμό επιμένοντας,
στον λογισμό των διαφορών και του ιδιαίτερου.
Για Νέα Μηχανιώνα,
στις του έξω Θερμαϊκού ακτές,
αυτή με το μικρό της Ποσειδώνα
που αετούς δικέφαλους δε λογαριάζει,
ούτε συγχωρεί.
Τον έχει για θεό δικό της, θαλασσινό,
μαζί και μία Παναγιά πανάρχαια
που όλο και μπερδεύεται με την Αφροδίτη
καθώς αλωνίζει ολημερίς
τα βόρεια του Αιγαίου.
Ξύλινη αγάπη μου.
Μαύρη ελάτη του Αίνου της τρελής Κεφαλλονιάς
και Γαλλική επανάσταση για πάντα.
Δεκάδες κεραίες στέκουν ανάμεσά μας παθητικές.
Σε ποια διαμόρφωση, ποια γλώσσα,
τον έρωτά μας να συλλάβουν;
Το διάστημα στοχεύουν.
Πύλες της Εξωπόλεως που φτιάξανε.
Εξώκοσμος που πάνε.
Εσύ εκεί όμως, η ίδια. Κι εγώ μαζί σου. Εδώ.