Είστε εδώ

Ωδή στον νέο που πήγαινε στο εμπορικό κέντρο

Εξ απ’ ανέκαθεν μισούσα τους μπακάληδες...
Μόνον αυτοί ήταν χοντροί σαν ήμουνα παιδί.
Ποιος τώρα μπορεί να καταλάβει τι θα πει:
‘έχει φαΐ το μεσημέρι;’
Νόμιζα πάντως πως αυτοί μόνον
δεν την πληρώναν την τροφή τους.
Πώς να επιβιώσω τώρα στα μεγαλομπακάλικα;
Τέλος πάντων...

Σάββατο πρωί.
Σαλονικιά μούχλα κι υγρασία.
Πεθαίνεις, γυμνός σχεδόν, στο οδόστρωμα.
στα γόνατα πανέμορφης τροχονόμου.
Σ’ αγκαλιάζει.
Χλωμή στα γόνατά της σε κρατά.
Δυο βήματα πιο πέρα η γυναίκα
χτυπά τα χέρια στην άσφαλτο αλλόφρων.

Σ’ είδα δύο λεπτούλια πριν
στο πλάι μου.
Πανέμορφος, άφθαρτος έφηβος
που όμως έχει καβατζάρει τα τριάντα.
Βέβαιος για το τενεκεδένιο σου περίβλημα,
τις ικανότητες του κινητήρος σου
να παίζει άνετα στα εκατόν πενήντα,
χάδι στο μάγουλο το αεράκι.
Δίνεις του μια και προσπερνάς με
στη περιφερειακή που οδηγεί
στο περίλαμπρο εμπορικό κέντρο.

Σάββατο πρωί,
όλοι πηγαίναμε στον τόπο της χαράς,
χαμόγελα, αφθονία, πράγματα..
Πάντα μισούσα τους μπακάληδες.

 
Ανάρτηση: