Ήλιος μ’ ακτίνες παγωμένες,
άγριες πνοές βόρειων ανέμων
αγγίζουν ανύποπτα κοτσύφια
σ’ ελιές κρεμασμένα, κρυμμένα στα φυλλώματα
καθώς ψάχνουν για καρπούς παραγινωμένους.
Τ’ αρπάζουν, τα συνταράζουν,
τα ρίχνουν κάτω, τα σκορπούν.
Θερμαϊκός.
Σκόνη χρώματος σέρβικου
υπερίπταται των ταραγμένων υδάτων.
Το Πάικο είναι χαμηλό.
Να τ’ οχυρώσουμε δεν γίνεται πια.
Κάτι άθλιους δασικούς δρομάκους
φτιάχναμε όσο μας έπαιρνε,
άσε που οι πονηροί αφήναμε
τα δύσκολα πάντα γι’ αργότερα.
Η σκόνη είναι σλάβικη.
Τ’ οσμίζεσαι, το βλέπεις.
Πάνε κοντά δέκα χρόνια
κι είμαστε ίδιοι, στα ίδια.
Τι γυφτιά Θέ μου. Τι ξεφτίλα.
Εντός θαλάμων αποστειρωμένων
επιλέγουμε
μεταξύ εντοπίων και ξένων ειδημόνων
ή και δικών μας που έφυγαν
και να ξανάλθουν θέλουν
-πού δεν ξέρουν, ούτε και ρωτούν.
Το χρώμα της σκόνης,
το θάμπωμα του ορίζοντα.
Παλαί ντε Σπορ.
Πύργος ΟΤΕ, έτοιμος προς εκτόξευση,
διαφυγή πριν την κατάρρευση.
ΧΑΝΘ, θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Χωρίς ζωή μαυσωλεία.
Βασιλικό Θέατρο,
εδώ ο κύκλος κλείνει.
Απάτες εργολάβων τον πολιτισμό υποκινούν
και την του μέλλοντος μας τέχνη διακονούν.
Ο αέρας που πνέει,
η θάλασσα ταραγμένη.
Αυτά μόνο θυμίζουν ζωή.
Τα καράβια ακίνητα
στον άνεμο κόντρα,
βαθιά ριγμένες οι άγκυρες,
σφιχτά τα δόντια. Βεβαιότης.
Εδώ είναι η ζωή.
Αυτά θα φύγουν, θα γυρίσουν.
Τι θα ’ναι εδώ να τα δεχτεί;
Ποιοι άνθρωποι και ποια παιδιά;