Είναι φορές
που δε σηκώνω το κεφάλι μου
μη δουν τα μάτια μου ουρανό.
Τον αποφεύγω.
Καθώς κατεβαίνω
από την Τούμπα προς τη θάλασσα,
ξέρω πώς φαίνεται ο μαργιόλης,
λίγο πριν να νυχτώσει,
αυτά τα δειλινά
του τέλους του Γενάρη.
Φοβάμαι
μη με πλανέψει ο πρόστυχος,
μη και μ’ αρπάξει και με πάρει
από της κάθε μέρας τη μιζέρια μου.
Φοβάμαι να του αφεθώ,
μη και με ταξιδέψει.