Μαύρος, κατάμαυρος Θερμαϊκός
της καταιγίδας και του σαλεμένου ανέμου,
κουρτίνα βροχής ανάμεσα σε σύννεφα και θάλασσα
να προχωρεί ξεπλένοντας τη βρόμα των σταχτιών κατοικιών,
μίζερων έργων, μίζερων ανθρώπων.
Βάθος γαλάζιο, άσπρο, πορφυρό των Πιερίων
-γλυκύ ανέβασμα στον Όλυμπο.
Λαμπερό Τρίτο μου Σώμα.
Τενεκεδένιες ψευδοασημόχροες οροφές, ατέλειωτες
των περιπτέρων της ευτελισμένης Έκθεσης.
Άσπρη ακόμη, καινούργια μου Καλαμαριά,
καμπούρα στο Καραμπουρνάκι,
γλώσσα ζωής ακατάπαυστης από κόκκινη λάσπη.
Χάνεται σιγά-σιγά το λιμανάκι του Ομίλου
και το προκεχωρημένο του εκκλησάκι
στην σκοτεινιά των υδατωδών μετεώρων που επιπίπτουν της θαλάσσης.
Μόνος στον έκτο όροφο,
των φαινομένων υψηλότερος,
παρέα με τα ηλεκτρόνια της αστραφτερής μου οθόνης
στον αριστερό μου κρόταφο.
Τηλέφωνο,
γλυκιά φωνή γυναίκας και παιδιού.
Μη Αγγελική.
Μη με ξυπνάς.
Δεν έχει τόπο να γυρίσω.