Αναγνωρίσιμο εύκολα
το σχήμα και το χρώμα
των πολεμικών.
Πού τα δικά μου ψαροκάικα…
Καμία σχέση δεν έχουν
με τα εύδρομα των άλλων.
Είναι η βροχή κι η συννεφιά, τέλη Φλεβάρη,
η μούχλα της μητέρας πόλης που κάνει
τα γεροντικά κορμιά όλων να υποφέρουν.
Όλα έγιναν τοπίο φαντασμάτων.
Οι ηχηρές πορείες των τολμηρών διαδηλωτών
δεν συγκινούν πολλούς.
Προτιμητέοι οι πόνοι μας
από την πύλη του λιμανιού.
Κι αυτά σταχτιά και σιωπηλά πηγαινοέρχονται.
Σκιές.
Επαναλαμβάνουν αιώνων κινήσεις και ξεφορτώνουν.
Πού ’σαι μικρούλη μου παππού,
Μαλγαρινό μου προσφυγάκι δωδεκάχρονο;
Σα βατραχάκι να τσαλαβουτάς
στα θερμαϊκά νερά για να μαζέψεις πορτοκάλια
που πετούν σύμμαχοι ελεήμονες απ’ τα καράβια τους.
Είμαστε εδώ, ογδόντα χρόνους ύστερους.
Εσύ στην Αχειροποίητο, κυνηγημένο ορφανούλι,
εγώ στη χειροτεχνημένη μας Πολυτεχνική
δήθεν με ρίζες και θεμέλια,
ιεροφάντης τάχατες γνώσεων επικαιρικών.
Εσύ μικρό ξενομισμένο κι εγώ σ’ απελπισία διαρκή.
Για χρόνους και για τόπους που μας φεύγουν,
δικούς μας, που τους θέλαμε και μας τους παίρνουν.
Κι αυτοί πηγαινοέρχονται.
Διαβαίνουν το Σκρα να χτυπηθούν
με Σλάβους ανυπόταχτους,
απελπισμένους απολύτως.
Τι γίνεται Χρηστάκη μου;
Όλα ίδια είναι κι όλο αλλάζουν;