Είστε εδώ

Σίρις

Τα εις την γενέτειραν

θυμάμαι την πόλη μου έτσι

μ' ανέβαζε η μάνα μ' χαράματα
με το γαϊδούρι μας άνοιξη-καλοκαίρι
στ' αμπέλι μας στο μπαΐρι 
απέναντι απ΄τον Κουλά

την θυμάμαι την πόλη μου έτσι
με κατακόκκινα κεραμίδια όλη
μέχρι και το εξήντα που φύγαμε 
μετανάστες εσωτερικοί...
 
γυρίσαμε ύστερα από τέσσερα-πέντε χρόνια 
το κέντρο πια ήταν μόνο τσιμεντένιες πλάκες
που στραφτάλιζαν στον ήλιο τα πρωινά

μέχρι που έφυγα οριστικά το ογδόντα 
όλα είχανε γίνει πάνοπλο μπετόν...

painting: Xristoforos Mellidis - Η πόλη ξυπνάει.....

Ανάρτηση: 07/10/2024 - 22:30

ερημία εις ύψος  

Χιονοχώρι·
λίγο πιο πάνω απ' το χωριό
ο δρόμος που σαν φίδι 
ανεβαίνει το Μενοίκιον
μακρύ γυμνό βουνό στην κεφαλή της Σίριος
βουνό θεοσκότεινο
οι γνωστικοί παλιοί το είπανε Μποζ Νταγ

δύο παγκάκια ένα καημένο πευκούλι ψιλόλιγνο
και όλως παραδόξως παραδίπλα
μια θαλερή ελιά
κι απέναντι να στραφταλίζει 
το Πάγγαιον των Ηδόνων

ανάμεσά μας το Νύσιον πεδίον  

δεν έχει τίποτα πιο πάνω απ' εδώ
ώσπου να δεις την Δράμα 
πουρνάρι πέτρα κι ουρανό μόνον
χορτάρι και καμιά φορά χιόνι

ποιος τάχα να καθήσει τώρα
ντάλα μεσημέρι Μάρτη μήνα 
Δευτέρας Καθαράς
αφού όλοι πέθαναν ή έφυγαν 

μένουν μονάχα οι ευκαιριακοί
παραθεριστές  
οι περαστικοί 
και κάποιοι σαλοί σαν κι εμένανε

Ανάρτηση: 14/03/2023 - 11:25

ήχοι απ' τα παιδικάτα σου

στους ήχους του απογεύματός μας
είναι και μια καμπάνα από μακριά 
καθώς και του στρατώνα βραχνός ο σαλπιγκτής 

αυτά δεν φεύγουν όσο κι αν μονάχος σου τα ξύνεις 
μαζί τους θες δεν θες θα πορευτείς 
τσαχπίνη μου εδώ νότια του Αίμου

photo: google maps, Σέρρες
η Βαγγελίστρα απ' το πατρικό μου, οι Άγιοι Ανάργυροι και τρία εγκαταλειμμένα στρατόπεδα

Ανάρτηση: 07/11/2022 - 19:30

'με τις υγείες σας...'

Πεθύμησα νερό από στάμνα 
πήλινη κάτω απ' το δέντρο
υγρή απ' έξω σκοτεινή 
ν΄ανοίγω το μπαρτακοβούλωμα 
από μικρούλι μισοπράσινο ακόμη κουκουνάρι  
να χύνω το νερό σε τσίγκινο κύπελο 
και να σ' ακούω μάνα να με λες πειραχτικά
στ΄ αμπέλι μας μεσοκαλόκαιρο καταμεσήμερο 
'με τις υγείες σας...'

τι να τα κάνω τα ψυγεία σας 
τις καταψύξεις και τα κλιματιστικά σας 
ένα λαγήνι χωματένιο δεν το φτάνουν...

Ανάρτηση: 24/06/2022 - 19:43

father and son

πολλές φορές αναρωτήθηκα 
τι θά 'μουνα χωρίς εκείνο σου 
το 'μπράβο ρε Τάκη'
και τα μακριά σου δάχτυλα να χαϊδεύουν
το κουρεμένο μου κεφάλι με την γελοία φράντζα 

ήσουν πολύ σκληρός άντρας ρε μπαμπά
αλλά μου τό 'δινες απλόχερα
και τόσο τρυφερά 

Ανάρτηση: 08/10/2017 - 10:23

Παπα-Γιώργης

Ποιος τώρα να θυμηθεί τον Άγιο Μόδεστο,
των αγροτών προστάτη και της γειτονιάς μου...
Τα Καμινίκια, την Ομόνοια, τα Καλύβια,
μικρά χωριά εντόπιων και προσφύγων
στην άκρη των Σερρών.
Και τον παμπόνηρο αρχιμανδρίτη της Βαγγελίστρας,
τον παπα-Γιώργη,
                                 πρώην ανθρακωρύχο,
                                                                         μετακατοχικό παπά,
το ράσο να πετάει στου Δημάκη το καφενείο,
τ’ αντερί μετά
και τύφλα στο μεθύσι του Διόνυσου,
γυροβολιά-γυροβολιά
να πέφτει κατάχαμα στη ζειμπεκιά του.
Κι οι μισομεθυσμένοι Καλυβιώτες γεωργοί
σπίτι του να τον μεταφέρουν,
ζεμένοι οι ίδιοι ένα γαϊδουρόκαρο με δυο τροχούς.

Πάθος και πόθος κάθε χήρας,
έσβησε σαν κεράκι ο καημένος
όταν ένας ανέραστος δεσπότης τον μετέθεσε
-ως τιμωρία δι’ ανάρμοστον διαγωγήν- σε κοντινό χωριό,
μα απ’ όπου οι χήρες έλειπαν.

Ωραία χρόνια.
Τώρα περίσσεψε η ευπρέπεια.

Ανάρτηση: 16/12/2014 - 00:04

συνομιλία

θα μπορούσα να καταλάβω ότι είναι δικός σου
ο πάγκος· ότι τον έφτιαξες εσύ
με μάτια κλειστά· μόνο με την αφή
απ’ τις ραφές της κόλλησης
τις γωνίες σου και τα στηρίγματα τις βάσεις
την εφαρμογή του ξύλου στο μέταλλο στον τοίχο
την σειρά των εργαλείων αν δεν τα είχαν κλέψει

ήρθα 
σου έφερα και τον μικρό 
καθόλου δεν μας μοιάζει στις αδυναμίες μας 
κι είναι καλύτερός μας στα καλά μας

ήρθα στον χρόνο σου απάνω
να ξεπληρώσω τα χρέη μου 
δεν ξέρω αν έχω και πόσα 
ούτε κι εσύ έγραφες ποτέ

ήρθα πιο πολύ να παραστήσω το φάντασμά σου 
σ’ αυτόν το κατασχεμένο σου παράδεισο
των καλύτερών σου χρόνων
τόσο πολύ σου μοιάζω πια

δεν έχω τι άλλο να σου πω 
ήσουν καλός πατέρας όταν έπρεπε 
κι ήμουν καλός γιος σου όταν αυτό μετρούσε

τα τελευταία μας δεν τα λογαριάζω
ούτε κι εσύ είμαι βέβαιος· ψιλά 
κι οι δυο μας ξέραμε πως κρίκος μας ήταν εκείνη 

 

Ανάρτηση: 06/08/2017 - 10:17

η επίσκεψη

κι όμως συμβαίνουν κάθε μέρα θάματα 
έτσι στα ξαφνικά και απροσδόκητα 
στην άκρα ακινησία αυτού του κάμπου

να μπαίνεις ας πούμε μ' ένα παγωτό πύραυλο στο χέρι
στ' ανέγγιχτο σχεδόν εργαστήρι του προπάππου σου 
τριάντα χρόνια αφότου τ' άφησε σ' ένα ερείπιο εργοστάσιο

μια βόλτα ήταν· να πλύνουμε τ' αυτοκίνητο 
από τη σκόνη της διαδρομής Όσλο Θεσσαλονίκη

ή μήπως εκείνος ο παμπόνηρος παππούς...

Ανάρτηση: 09/07/2017 - 13:44

Σμόλικας

εβδομήντα χρόνους και δυο μέρες 
χωρίς καμιάν επίσημη γραφή 
χωρίς ένα γραπτό σημείο 
να λέει πως σκοτώθηκε τότε κι εκεί

το '75 βρήκα τρεις συντρόφους σου στην εμιγκράτσια 
φίλοι σου παιδικοί στην γειτονιά 
θυμάμαι μια ωραία γυναίκα την Μούδη
σκοτώθηκες μου είπε στον Γράμμο
σφαίρα στην κεφαλή
εμείς τον θάψαμε· πώς δεν το μάθατε ποτέ
αυτό ήταν όλο

κι όμως χτες βράδυ είδα επιτέλους αυτό
γραμμένο κι επίσημο από τ' αρχεία

όνομα Καΐπης Γιώργος 
σκοτώθηκε στις 03/07/48
στο Σμόλικα

εσύ 'σουνα λοιπόν Γιώργη 
εκείνο το κρύο αεράκι στην πλάτη μου 
καθώς μετά τους Πάδες στην στροφή 
πάνω απ' το ρέμα σταμάτησα να δω την κορυφή
ζεστό πρωινό Σεπτέμβρη 
κι είπα της Μαίρης 
ας γυρίσουμε ο καιρός αλλάζει

Ανάρτηση: 06/07/2018 - 09:56

eastern passage

για τα πουλιά μόνον 
κι αυτά όχι μόνα· δυο-δυο

ακόμη κι αν περάσεις την Βροντού
κι άμα βρεθείς στο Νευροκόπι 
και από εκεί 
στενωσιά στην στενωσιά 
στα σίγουρα είσαι χαμένος  
νότια από την Ρίλα
και ανατολικά του Πιρίν 

Ανάρτηση: 07/06/2015 - 02:08

το μνημείο

δεν ήξερα ότι υπήρχε το μνημείο
το είδα χθες ψάχνοντας χαμένους φίλους 
στα χωράφια του Πέντσα με το φτηνό μάρμαρο
ήξερα μόνον τις ιστορίες της μάνας μου και της γιαγιάς μου

περνούσαν χαράματα τα φορτηγά 
κλειστές οι πόρτες τα παράθυρα στα σπίτια 
κι αυτοί επάνω τραγουδούσαν τα τραγούδια μας 

ακούγονταν ύστερα οι τουφεκιές 
κι ύστερα τίποτα

Ανάρτηση: 29/05/2017 - 09:04

Καπνός

Καπνός, ευλογία του τόπου μου. 
Τι σας έφταιξε άχρηστοι, ανόητοι, αλαφρόμυαλοι... 
Με τι νομίζατε ότι θα σας τον αντικαθιστούσαν;

πίνακας: Γιώργος Κουκμάς 

Ανάρτηση: 27/05/2015 - 23:10

δισέγγονη

ογδόντα τέσσερα χρόνια τις χωρίζουν 
η μια ξεριζωμένη του σαράντα πέντε 
κι η άλλη ν' ανθίζει στον βορρά 

να πάλι των γυναικών μου η γραμμή
στοχαστική και τεθλασμένη 
να πλέει σε θάλασσες ζεστές ή παγωμένες

σεβαστικά λοιπόν την ιστορία να αγγίζεις 
και τους καημούς των άλλων να γρικάς

Ανάρτηση: 20/05/2018 - 18:39

Πιρίν

κατατεμαχισμένος τόπος 
από φτιαγμένες ιστορίες 
και ανιστόρητες έχθρητες 

τα βουνά
Μπέλλες 
              Όρβηλος 
                             Λαιλιάς 
                                         Μενοίκιον
Κερκίνη 
             Αλή Μπουντούς  
                                       Αλή Μπαμπά  
                                                             Μποζ Νταγ

κι η μάνα όλων των βουνών 
όσα έναν γύρο στην λίμνη 
στο βάθος χαμηλά και χιονισμένες 
απ' του Κλειδιού το άνοιγμα 
οι κορυφές του Πιρίν 

Ανάρτηση: 24/04/2016 - 10:18

ευτελής γαιάνθραξ

λιγνίτης 
μια ιστορία ένα έπος 
η ενεργειακή ζωή της χώρας 
πριν και μετά τον πόλεμο
και σήμερα και αύριο 

η αγκούσα κι η πυρωμένη σόμπα
οι νεκροί οι φερέδες* κι η μαύρη σκόνη   
το κάρβουνο του τόπου μου 
τα μαύρα χρόνια των γονιών μου  

τον παίζουν τώρα στα χαρτιά 
μειράκια τον πουλούν 
μειράκια τον αγοράζουν

Ανάρτηση: 23/04/2018 - 22:49

Ailanthus altissima

θα φυτρώνω ρε καθίκια 
εκεί που δεν με σπέρνετε 
θα φυτρώνω 
θα σας χαλάω την δουλειά 
θα σας χαλάω την ευταξία

Ανάρτηση: 13/04/2016 - 11:08

Στρυμονικό

σταματούσαμε στην άκρη του δρόμου 
και κατουρούσαν τα μικρά στις αμυγδαλιές 
ο δρόμος ήταν δικός μας 
και το πολύ για τις νταλίκες των Βουλγάρων

ποιους άλλους να νοιάξει

τώρα μας χωρίζει μια Ευρώπη συρμάτινη 
και με όνομα μεγαλοπρεπές 
Ε79 European route 
περνάει απ' το Βιδίνιον που το γεφυρώσανε
και φτάνει ως την ανατολική άκρη της Ουγγαρίας

κατούρα τώρα αν μπορείς 

 

Ανάρτηση: 05/04/2017 - 18:38

υφαντά Σερραία

ένα κομμάτι κουρτίνας
από εκείνες τις υφαντές 
που είχαν γεμίσει τα ξενοδοχεία 
και τα σπίτια όλης της χώρας 
έμεινε να χτυπιέται στον νοτιά

εδώ δεν ήταν ρε μπαμπά 
που έβγαζες ψωμάκι να μας αναστήσεις 
είκοσι χρόνους και...
ώσπου δεν άντεξε η καρδιά σου

εδώ δεν ήταν το όραμα της πατρίδας 
εδώ δεν ήταν η ντόπια η εθνική αστική τάξη 
που λέγανε 

Ανάρτηση: 05/04/2017 - 21:36

41° 6'56.83", 23°31'16.19"

τι θα μπορούσε άραγε να ξεράνει ένα δέντρο θαλερό
που βλέπει όλον τον κάμπο των Σερρών από ψηλά
να του γκρεμίσει την ξερολιθιά της ρίζας του 
και να τ’ αφήσει με μια πολυθρόνα σαλονιού κόκκινη
στους θάμνους πλάι του πεταμένη

το μίσος 
το μίσος για την μικρούλα ευτυχία του ξένου 
που κάθονταν στον ίσκιο του 
βοσκώντας ο άμοιρος τα γελάδια σου· μαλάκα

Ανάρτηση: 23/03/2016 - 00:15

Βισαλτία

πόσο θάνατο μπορείς να χωρέσεις σε μία Καθαρά Δευτέρα 

σαράντα χρόνια ύστερα 
δεν είδα τίποτε άλλο ζωντανό 
στη ίδια διαδρομή Στρυμονικό-Νιγρίτα 
παρά δυο ηλιοκαμένους γέροντες 
μ' ένα πανάρχαιο Hilux Toyota 
φυστίκια να πουλούν στην ερημία 
της διασταύρωσης του παλαιού δρόμου 

κάτω απ' τα συμμαχικά νεκροταφεία του Καλοχωρίου

Ανάρτηση: 20/02/2018 - 00:31

αθωότης

όχι
μ' όλη την άνοιξη και την αγάπη 
δεν ήταν τόπος και χρόνος αθωότητας 

γεμάτος αίματα ήταν 
μόλις που είχαν φυτρώσει τα χορτάρια 
κι έκρυβαν τα χώματα 

δεν έχω αυταπάτες
δεν τέλειωσε ποτέ

Ανάρτηση: 04/02/2018 - 10:25

Χρυσός τεμπέλης

Καλό σου ταξίδι θεία Κατίνα.
Δώσ' του παππού Χρηστάκη τα δέοντα
και δυο σπυριά κριθάρι απ' το ντάμι.

Και πες του πως 
τα χρόνια μου τα πέρασα
όπως κι αυτός 
στα νότια Βαλκάνια,
στα βόρεια της Ελλάδας
όρια ανιχνεύοντας
και λεπτές διαφορές
στο πλάι ισχυρών ομοιοτήτων.

Στις ίδιες πολιτείες τριγυρνώ,
τις ίδιες κορυφές ανεβοκατεβαίνω
ψάχνοντας τι,
δεν μπορώ ακόμα ν’ αποφασίσω.

Ίσως, όπως κι εκείνος, απλά σκοτώνω τον καιρό μου. 
Ίσως και νά 'μαι ένας χρυσός τεμπέλης.

____________________
Γενάρης '98 - Ιούλης '15

photo: αγνώστου, 1944, ο ψηλός έφηβος αριστερά είναι ο πατέρας μου, μπροστά του η αδελφή του Κατίνα

 

Ανάρτηση: 07/07/2015 - 21:49

δεν θέλω να μιλώ για ρέματα

όχι δεν θέλω να μιλώ για ρέματα
ούτε και να ακούω 
ξέρω τι είναι απολύτως
με παραμύθια με μεγάλωσαν
με Βούργαρους δραγάτες 
πείνα και καλοκαίρια της κατοχής

ένας Ευθύμης με καλαμένια ποδαράκια
δεκάχρονος συλλογισμένος στέκεται
στην όχθη μετά από μπόρα εσπερινή 
η αγέλη του μεγάλα ζώα πέρασαν όλα· μόνος 
περίμενε ως αργά την νύχτα να τον ψάξει 
ο γίγαντας πατέρας για να τον πάρει 
στους μεγάλους ώμους του

το ξέρω το σημείο· πέρασμα
στεκόμασταν στις παρόχθιες καλαμιές 
θαμάζαμε μπρος σε μηχανές άγριες 
κι εργάτες λασπωμένους

τι μου μοστράρετε μπροστά τον θάνατο αστόχαστοι
εκείνοι ήξεραν και πάλευαν με τα θεριά 
εσείς ποτέ δε μάθατε· τ' αφήσατε λυμένα

Ανάρτηση: 16/11/2017 - 11:09

τα τραίνα

σαράντα πέντε εκατομμύρια

στο κόστος εννιά αθλίων αρμάτων μάχης
το μεγαλείο των τραίνων μου

κι εκείνος μ' όνομα δύσοσμο
να επαίρεται πως την πατρίδα σώζει

 

Ανάρτηση: 14/07/2016 - 20:23

μηνίσκος

φλούδα μου λέτε φεγγαριού 
μηνίσκος λέω χρόνια πια ο γεωμέτρης

είναι όμως η μάνα μου στα εικοσιέξι της 
κάτω από έναν πεύκο 
πλάι στην τούρκικη κρήνη 
στην γωνιά του γέρο-Μίσσα

καινούργιο Τάκη μου φεγγάρι απόψε
πιάσε χρυσόν αγόρι μου

ο μόνος που είχε ήταν της βέρας της 
και μού 'δινε το χέρι της ν' αγγίξω

πώς ν' αγαπήσω μιαν πανσέληνο

Ανάρτηση: 15/08/2017 - 11:14

πρωί στην εκκλησιά

ώσπου έσκυψες
και τίναξες την ξανθιά αλογοουρά 
για να φανεί στον τρυφερό σου τράχηλο 
το τατουάζ με την βασιλική κορώνα

είκοσι χρονώ κορμάκι 
με το μωρό σου αγκαλιά 
Κυριακή πρωί Θεία Ευχαριστία 
και ποιον φονιά πληρώνεις μάτια μου

Καμινικίων Ευαγγελίστρια 
πνιγμονή η αέναος και μνημόσυνον ετήσιον  
η ερημία τα χαλάσματα παντού 

οσμή από κομιτάτα προσφυγιά 
αντίσταση και προδοσία· ποια λήθη 
αν μόνον τυφλωθείς αν κουφαθείς αν βουβαθείς 

Ανάρτηση: 04/10/2017 - 10:31

Κρούσια

θα πάω να περπατήσω μεσημέρι δυο τρεις ράχες στα Κρούσια 
να ισορροπήσω ανάμεσα σε δυο λαμπρές κοιλάδες
και να σκεφτώ τι όμορφους κόσμους ονειρεύτηκα

 

Ανάρτηση: 22/03/2016 - 11:39

το σχολειό

εμένα όμως πιο πολύ 
μα πιο πολύ 
με άρεσε ετούτο το μικρό 
κι ευγενικό σημάδι
μικρό με στένσιλ και ρυθμό 
μικρούλη κι ανυπόταχτου ποιητή  

πως είναι όλα όπως τ' άφησα
μισόν αιώνα πριν· ζωντανά

Ανάρτηση: 03/09/2017 - 13:48

μνημείο

δεν ήξερα ότι υπήρχε το μνημείο
το είδα χθες ψάχνοντας φίλους και γνωστούς 
χαμένους στου Πέντσα το χωράφι

ήξερα μόνο τις ιστορίες της μάνας μου και της γιαγιάς 
ότι τους πήγαιναν χαράματα με φορτηγά 
κι αυτοί τραγούδαγαν σ' όλο τον δρόμο

εδώ ανταμώνουμε λοιπόν αγόρι μου πέντε γενιές 

 

Ανάρτηση: 29/05/2017 - 09:08

Σίρις ΙΙ

ας κρύβεται η πόλις όλη
από τον λόφο πίσω 
ας φαίνεται μόνον η ακρόπολις 
κι οι γειτονιές στις άκρες της

καλύτερα· 
είν' άσχημη 
απ' το εβδομήντα και μετά 

Ανάρτηση: 28/03/2016 - 14:12

των αγίων ασωμάτων

ανάβανε φωτιές στα μισά του Αλή Μπαμπά* 
και φαίνονταν από το Μιλιγγίτσι** 
κανείς απ' τους σαράντα ένα ασώματους
δεν έβαλε στο νου του το κακό
ο καπετάνιος φύλαγε τάχα ο σερσέμης

ήρθε τ' άλλο πρωί ο χάρος με κουστούμι
σύρε μωρή να δεις αν είναι εκεί στην σκάλα
της τράπεζας και το κεφάλι του παιδιού σου 
Αντιγόνη
___________
*Λαϊλιάς
**Μελενικίτσιον 

Ανάρτηση: 04/04/2017 - 17:17

το σίδερο

ήτανε Μπάφραλης δύσμορφος μεγαλοκέφαλος 
γέρος και συγγενής εξ αγχιστείας μακρινός
χωριά του βάλτου και της λάσπης 
Τράγηλος Αχινός Μαυροθάλασσα 
είχε πέσει ο μπαμπάς στην ανάγκη του 
τον φιλοξένησε κάποια βράδια 
όταν εδούλευε στην αποξήρανση της λίμνης τ’ Αχινού

είχε γλυτώσει στο Κιλκίς 
και δεν εγλύτωσε απ’ τα χέρια του κανείς δικός μας 
στην επικράτεια του

ήρθε στο σπίτι νύχτα 
με μία χλαίνη στρατιωτική βαμμένη μαύρη
ήμουνα νήπιο κι ο Γιαννάκης μας μωρό στην κούνια 
πώς να του πει όχι του φονιά

μάνα και κόρη είδαν που έβγαλε το όπλο
και τό ‘βαλε κάτω από τ’ άσπρο μαξιλάρι 
καθώς του έλεγε ‘ιγώ Θύμιου μ' χουρίς σίδιρου δεν κάνου’

την άλλη μέρα το πρωί τον ξεπροβόδισε 
‘θείο να μην ξανάρθεις
το σπίτι έχει μωρά κι έναν χαμένο’

κοιμήθηκα παιδί μια νύχτα 
ανάμεσα σε δύο παραμπέλουμ
ένα κρυμμένο μες σε βόθρο 
και ένα κάτω από άσπρο μαξιλάρι 
νυφιάτικο

Ανάρτηση: 12/03/2018 - 11:10

γεωργική σχολή

τι να την κάνουμε εμείς μια γεωργική σχολή 
μήπως αγρότες είμαστε εδώ σ' απέραντο κάμπο 

αυτά όλα τα κρατικοδίαιτα ιδρύματα 
όπως τα λένε τώρα οι του συρμού αναλυτές
κι ας τάιζαν για δεκαετίες κόσμο και κοσμάκη
έντιμο και με σκληρή δουλειά· φτωχό κι αθώο 
έκλεισαν τον κύκλο τους μετά το '90 
όταν ανέλαβαν τον επισιτισμό μας 
ασφαλώς οι φίλοι μας ...

το LiDL της πόλης στήθηκε 
μισό χιλιόμετρο ακριβώς 
απ' το ερειπωμένο κτίριο

σήμερα το πρωί άκουσα πρώτη φορά 
να ονομάζουν την πείνα στα σχολεία 
επισιτιστική ανασφάλεια

μα αυτοί πρέπει να είναι ποιητές
πολύ καλύτεροι απ' τους άλλους

πείνα σ' αυτόν τον παράδεισο ρε αστόχαστοι

Ανάρτηση: 28/12/2015 - 19:51

o πλειστηριασμός

πέρασα πάλι φέτο 
ανήμερα Xριστούγεννα 
κανένας μουστερής δεν βρέθηκε να το χτυπήσει
μπιρ παρά στο τέλος θα το πάρουν 
για χωράφι ή για στάβλο 
 
τι να την κάνουν τόση ματαιοδοξία 
πουλιέται μόνον σε χρυσούς αιώνες 

ρημάζει κι άλλο· ορθάνοιχτο 
ο τόπος δεν έχει ούτε κλέφτες πια 
γύφτους για να μαζεύουν οικοδομικά υλικά 
ποιος να χτίσει 
 
αν αξιωθώ θα το φωτογραφίσω
δεν έχω δει πιο φριχτό ρημάδι
το κρύο είναι σφιχτό και ο βοριάς ξυρίζει 
θα έρθω καλοκαίρι

 

Ανάρτηση: 27/12/2016 - 10:09

χαμένα 2/5 αιώνος

άφησε ο αιώνας της ευημερίας ντουβάρια 
φράχτες και πισίνες
περνάς και σφίγγεται η ψυχή σου από ρημάδια

εκεί αριστερά στα κυπαρίσσια 
Σεπτέμβρη μήνα τρύγος 
κυνηγούσα μια μεθυσμένη άσπρη αγελάδα

κατέληγε το χάσμα ανάμεσα τους
σε μια μικρή κρυφή πηγή· σταγόνες
κι ένας σαλός που τρόμαζε παιδιά

το μέγαρο στην μέση 
το τάχαμου από πέτρα που πέφτει μία μία 
αφήνοντας μπετόν ξεφτιλισμένο
στήθηκε στο πιο όμορφο χωράφι στο μπαΐρι

στην δημοσιά σταμάτησα έναν ομήλικο με σκύλο
σε θυμάμαι λέει· μα δεν σε ξέρω
σε θυμάμαι λέω· ούτε κι εγώ 
τι ρήμαξε έτσι το μέγαρο
το πήρε η τράπεζα 
Δευτέρα ο πλειστηριασμός 
έχεις χιλιάδες εξακόσιες

χαμένα χρόνια σαράντα

Ανάρτηση: 25/12/2015 - 20:29

Κουλάς*

δεν είχε ποτέ θάλασσα· ούτε Χριστό
είχε όμως κάστρο θεόρατο 
κι αντί για εκείνην και το κύμα της 
κοίταζε κοιλάδες και πανώρια όρη 
που τον εχώριζαν απ' τ' αλμυρό νερό της 
αφήναν όμως να γλιστράει η ανάσα της 
από στενά ανοίγματα
πανάρχαια και μυστικά
να φτάνει στα κατάξερα μπαΐρια 
ως και στ' αμπέλι του παππού  

κι άλλαζε έτσι τους ανθρώπους της Σίριος 
τους έκανε πιο γλυκούς πιο μαλακούς 
ως και αλλοπαρμένους 
σαν κι έναν Μάρκο που ήθελε να την φέρει 
κάτω απ' τον πύργο του Ορέστη
________________
*Ακρόπολη Σερρών

Ανάρτηση: 25/12/2016 - 23:28

Χομόντος

Μποζ Νταγ, στέκομαι μπρος του στο Χομόντος
στη γέφυρα πάνω απ' τις ράγιες της γραμμής.

Ο τόπος μου είναι περίκλειστος.
Τρία στενά ανοίγματα όλα κι όλα 
και λίγο θάλασσα ίσα που να χύνεται ο Στρυμόνας.
Κάμπος επίπεδος και χαμηλός, μια αρχαία λίμνη.
Τα βουνά τριγύρω του είναι θεόρατα μα όχι άγρια.
Μπορούν να σε φυλάξουν.
Πάντα όταν ένιωθα να με πνίγει η λάσπη του κάμπου 
κοίταζα προς τα πάνω.

Θυμόμουν τον Αλέξη, τον Πετρή και τον Θανάση. 
Αυτοί εδώ δεν ηττήθηκαν ποτέ.

.

Ανάρτηση: 07/12/2014 - 13:24

Υγρός σταθμός

Υγρός σταθμός, 
υγρή πόλη, 
ακρόπολη με ποταμίσια πέτρα. 

Δεν μπορώ παρά 
να θυμάμαι τον γενέθλιό μου τόπο έτσι.
Μια λίμνη-βάλτο 
που έγινε εύφορος κάμπος, 
του μέλλοντός μας γη της επαγγελίας. 
Και έναν σιδηρόδρομο με γαλλικό σταθμό 
που τού 'δειχνε πώς να γινόταν άλλος.

Σημείον παιδικής χαράς, 
ερωτικών σκιρτημάτων, 
σημείον φυγής.
Σημείον ανάπτυξης και υπανάπτυξης.
Οι δυο διακλαδώσεις της γραμμής του 
τραβούσαν μια για το εργοστάσιο Ζάχαρης 
κι άλλη για την Σόφια.
Νεκρές.

Σερσέμηδες, 
πώς να ονειρευτείτε φλεγόμενο και πλημμυρισμένο κάμπο.

Ανάρτηση: 06/12/2014 - 20:19

Αναπαλαιώσεις αναμορφώσεις αλλαγαί χρήσεως

Όχι, άλλο δεν θα μπορέσω να τ’ αντέξω.
Τα μέρη αυτά τα αγάπησα με τρόπον άλλον.

Τρελάθηκαν όλοι.
Χώροι όμορφοι, χώροι δουλειάς,
χώροι που αγαπήθηκαν κι άλλο τόσο μισήθηκαν
από ανθρώπους άλλους κι αλλιώς.
 
Μουτζούρα, καπνός, γρέζια παντού.
Χυτήρια, μηχανουργεία.
Αλεύρια, λάδια, καπνός, βαμβάκια.
Μύλοι, ελαιοτριβεία, εκκοκκιστήρια.

Άι γαμηθείτε πουσταριά,
φτηνοί θεατρίνοι κι άθλιοι τραγουδιστάδες.
Ρημάχτηκε ένας κόσμος ολόκληρος
με τον σοφό του τρόπο και τον λόγο του.
Να πάμε τώρα να γλεντήσουμε στα ερείπιά του...
 
Έγινε του πατέρα μου ο ίδρωτας 
κι η αγωνία του να μ’ αναστήσει,
να γλυτώσει την ρουφιάνα Γερμανία,
τόπος για να γλεντούν μαλάκια.

Ανάρτηση: 25/10/2016 - 19:19

Νύσιο πεδίο

Κι αφού σε λιθολόγησαν
όπως ναό αρχαίο ιωνικό
στην άκρη άκρη της πατρίδας σου, 
τόπον μισοβαρβαρικό
που τον ορέγονται Σκύθες
και δήθεν Έλληνες τον κατοικούν,
κάθεσαι στην αγέλαστή σου πέτρα
και μοιρολογάς.

Λίγο η χαμένη κόρη σου,
λίγο ο επερχόμενος χειμώνας
λίγο οι στρατοί που πάνε κι έρχονται 
σε αρματαγωγά ν’ ανοίγουν στόματα 
στην άμμο της έρημης ακτής.
Όλα την πλάτη σου βαραίνουν και σε γέρνουν.

photo: Ζαμπακος Χαρ.

Ανάρτηση: 24/10/2014 - 09:30

Στον τόπο του σεΐχη

Περίμενες τέτοιαν ώρα, ε; 
Ν' αλλάξουν τα νερά του ποταμιού.
Να ξεκινήσεις για τον τόπο του σεΐχη...
Κι εγώ ανύποπτος έπεφτα για ύπνο στην Σαλονίκη μόνος.
Τι να σου κάνει ένας άντρας, άχαρος, σ' αυτά;
Αυτή ήταν δουλειά δικιά σας.

Με θυμηθήκατε κι οι δυο αγκαλιασμένες το πρωί.
Ας είν' καλά η Σούλα κι ο Βαγγέλης απ' απέναντι.
Αυτοί είχαν τηλέφωνο, εμείς όχι.

Όταν σε άγγιξα ο ήλιος ήταν ψηλά.
Στους δρόμους γιόρταζαν ακόμη οι ανόητοι εν αγνοία
και μόνο εγώ που σ' έσφιγγα ένιωθα μέσα μου το γιατί. 

 

Photo: Jonas Adolfsen

Ανάρτηση: 21/10/2014 - 00:02

fan του Βρούτου

Ήτανε στην αρχή ο Μεγαλέξαντρος.
Ύστερα είπαν για την μάνα του...
Στην άκρη τώρα κι ο Ηφαιστίωνας.

Και μ' ένα άλμα κάπου τρακόσια χρόνια 
να και οι άνδρες του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου.

Κανείς, γαμώτο, από τους υποψήφιους ένοικους του τάφου 
δεν θά 'ναι "δικός μου", να χαρώ λιγάκι;

Εγώ με τον Βρούτο ήμουνα στη μάχη των Φιλίππων.
Καθώς περνούσαν οι λεγεώνες του στην Εγνατία, είχαμε στηθεί 
όλοι οι περήφανοι Ήδωνες στα υψώματα επάνω της Κορμίστας 
κι εσείαμε τα πανώ μας για να μας δει, όπου γράφαμε 
με κόκκινα γράμματα το Liberatores· οι δυστυχείς.

photo: http://www.panoramio.com/photo/118737274?source=wapi&referrer=kh.google.com

Ανάρτηση: 15/09/2014 - 21:27

Δεν είσαι γνήσιος hipster αν δεν τρυγήσεις...*

Ο τελευταίος τρύγος, Κική, ήτανε το 72. 
Μετά, ένα τρακτέρι με μια τεράστια αλυσίδα από πίσω, 
μπήκε στ' αμπέλι κι άρχισε να ξηλώνει κούρβουλα. 
Έδενε ο παππούς, τραβούσε εκείνο μέσα στη σκόνη.
Έμεινε ένα κατακαημένο σταροχώραφο.

Έχω τώρα δυο τρεις συνάδελφους, 
είχανε από πάντα τον καιρό τους.
Περίσσεψε χρόνος και βαρεμάρα, 
το είπε και η μόδα, 
αγόρασαν χωράφια έξω απ' τη Σαλονίκη, 
βάλαν αμπέλια και γίνανε ντεμέκ κρασοπαραγωγοί.

Τους ακούω να μιλάν, 
τους βλέπω ν' ανταλλάζουν τα κρασιά τους, 
σιωπώ και κρύβομαι.

Άλλοι καιροί, άλλος κόσμος.

____________
*Angeliki Dimaki-Adolfsen

Ανάρτηση: 15/09/2013 - 10:59

Οδοντογλυφίδες και φουρφούρια

Μα τι στο διάλο σ' έφταιξε, 
αυτή η ράχη στα πόδια του Ορβήλου, 
στις εσχατιές της χώρας
και την κάρφωσες μ' αυτές 
τις γιγαντιαίες οδοντογλυφίδες;

Όταν θα πέφτουν θα σκουριάζουν 
ή θα καίγονται 
θα είσαι εκεί να τις μαζέψεις;

Όσο κι η επιδότηση,
τόσο θα κρατήσουν.

photo: Iliana Giannousi

Ανάρτηση: 08/09/2013 - 19:11

προσωρινή ανακωχή

έφτασαν μέχρι πίσω σου οι μπάσταρδοι
της συγκατοίκησης καθ' ύψος 

ας είναι καλά η κρίση· τους σταμάτησε

τώρα που έφυγε κι ο κύρης σου   
φοβάμαι μόνο στα θεμέλια πίσω
τους δυο υψηλότατους αείλανθους  

ας περιμένουμε χειμώνα να τους κανονίσουμε
αυτούς 
για τους άλλους μέχρι να ξαναφανούν 
αναμονή 

Ανάρτηση: 03/09/2016 - 23:09

Σταθμός Αγγίστας

Κατέβηκες εδώ.
Μια νύχτα του '45 μόνος, στα είκοσι δυο σου.
Πήρες το δρόμο για το Κιουπ-κιόι με τα πόδια. 
Παγγαίο, Μπούλκες, Γράμμος, θάνατος.
Δεν έχουν μείνει ούτε οι σιδερένιες του γραμμές.

Ο μικρός Αλέκος σ’ είχε προλάβει·
στάση Αμερικάνου, στο τζαμί του Μουσταφά μπέη.
Γεμάτο αίματα  το προσωπάκι, τον είχε σακατέψει η ασφάλεια.
Ξέφυγε όταν άρχισαν να φορτώνουνε τα κάρα.
«Φύγε Γιώργο, 
φύγε, 
μην πας σπίτι, 
βρήκαν τα όπλα!»

Τι να καταλάβουνε ρε θείε Γιώργη τα χαχόλια σήμερα;

Ανάρτηση: 20/06/2014 - 10:13

νυν και αεί

κατεστραμμένη χώρα
μισές δουλειές
παρατημένα έργα
όπως τα βρήκες κι όπως τ' άφησες
ο ίδιος χαβάς το ίδιο παράπονο

όλα περνούν και μένουν τα ελάχιστα
γη ζώα χτίσματα κι ανθρώποι
αυτά σε ζουν αυτά και παραμένουν
αυτά σου πρέπουν για να ξαναρχίσεις

φτου κι από την αρχή λοιπόν
νυν και αεί

Ανάρτηση: 14/03/2016 - 21:32

ψεύτης σταθμός

εδώ είναι ψεύτης ο σταθμός
δεν σταματούν τα τραίνα εδώ
δεν σταματάγανε ποτές
ποιος τάχα να κατέβαινε
σ' αυτήν την ξεραΐλα

Ανάρτηση: 14/03/2016 - 09:12

εσπερινή συνομιλία

ποιος Dante ποιος Αχέροντας
και ποιος ψυχοπομπός βαρκάρης
η είσοδος στο ποτάμιο σπήλαιο είναι θριαμβική
ευθεία γραμμή πράσινη
σε γκρίζο-άσπρο ασβεστόλιθο άγρια λαξεμένη

και τέλος κατακόκκινο όλο φως

Ανάρτηση: 16/03/2016 - 21:09

οι κατηφοριές της Αλιστράτης

ισορροπείτε στους γκρεμνούς
σαν χαρταετοί σε ανέμους
Δευτέρας Καθαράς

όπως κατηφορίζουν οι στροφές
της Αλιστράτης στην Αγγίστα

ωραίοι σαν Ήδωνες παλαιοί
πατέρας γέρο-πελαργός
και γιος πετρίτης γέρακας

Ανάρτηση: 14/03/2016 - 10:16

Σέρρες-Βίκος

Τα δικά μας βουνά είναι καλύτερα,
δε σε τρομάζουν.
Δεν είναι όλα μαζεμένα να σε πνίγουν.
Αφήνουν κάμπους όμορφους ανάμεσά τους,
χαμηλώνουν απαλά-απαλά
με τα μπαΐρια τους να κατεβάζουν
πράσινα αμπέλια,
να κάνουν τους ανθρώπους
πιο γλυκούς, πιο όμορφους.

Ανάρτηση: 21/03/2015 - 21:46

Μετόχιον Χιονοχώριον

ούτε στιγμή δεν μ' έπεισαν 
πως είναι ο τόπος μου φτωχός 
ακόμη κι όταν παιδί τον περπατούσα
επίδοξος θηρευτής πέρδικας και λαγού  
στις πιο εγκαταλειμμένες του γωνιές
Μετόχιον Χιονοχώριον 

θαύμαζα κι απορούσα 

Ανάρτηση: 26/03/2016 - 18:58

άσπρη μαντήλα

Πάγγαιον
νοτιοανατολικά απ' τ' αμπέλι μας

πάνω στην γη
σ' αυτό το μπαΐρι μπροστά μας
πίσω απ' τα πεύκα
με φύλαγες απ' τον ήλιο το πρωί
σ' ένα κοφίνι
με μιαν άσπρη μαντήλα
μαμά

Ανάρτηση: 29/03/2016 - 12:09

Η εκδρομή κι η τελετή

Ωραίο σε κάναν ρε θείε στην τελετή.
Σαν τότε που ήσουν νέος με το ποδήλατο
απ’ την KΟΜΔΕ στην Ομόνοια
ως τον Άι Δημήτρη στο Ιμαρέτ.
Κι ύστερα στα μπαΐρια,
στ' αμπέλι με τις συκιές.

Ίδιος, λέγανε οι κοπέλες, ο Τάυρον Πάουερ.

 

Ανάρτηση: 19/05/2017 - 19:12

ΣΕΚΑΠ 1975

θυμάμαι τους καπνάδες στο Παγγαίο
να συζητούν το καταχείμωνο στα καφενεία
μετά απ' το παστάλι μιας ολόκληρης μέρας

Βιτάστα Τσερέπλιανη Κορμίστα
Κιούπκιοϊ Σέμαλτον Προβίστα
Σδραβίκι και Δοξόμπους

και ποιος ρε Έλληνας θα πιει
ετούτα τα πούστικα με τ' αρώματα
βέβαιοι και περήφανοι για τον καπνό τους
ω Philip Morris έμπαινες τότε στην αγορά

δεν έμεινε τίποτε
λαθρέμποροι νόμοι και τροπολογίες μόνο

Ανάρτηση: 28/04/2017 - 13:04

Ουζερί ‘Επέστρεφε’

Κι όμως το βρήκα,
καταμεσήμερο σε τόπο αηδονιών,
να βλέπει νότια και να το χτυπάει ένας αέρας θαλασσινός
που ξεπηδούσε πάνω από τα Κερδύλια.

Δεν θέλει πολλά για νά 'βρεις υψηλή αισθητική,
ακόμη και με πλαστικές ταμπέλες.
Φτάνει ο τόπος,
ο χρόνος
κι ένας άνθρωπος.

Επέστρεφε.

40°50'30.88", 23°43'42.54"
Μόνο με συντεταγμένες,
για να το κρύψω απ' το μάτι το κακό.

Ανάρτηση: 28/04/2017 - 12:05

του Ευαγγελισμού

στα παιδικά μου
του Ευαγγελισμού ήταν
η Βαγγελίστρα στα Καμινίκια
το πανηγύρι στην πλατεία της
και μία της μικρούλα εικόνα
μαύρη σκοτεινή κι ασημοστόλιστη
που την φοβόμουν πάντα
αλλά την αγαπούσα
χωρίς να ξέρω το γιατί

μ' έπιανε μια αγγελομανία
κάθε Νοέμβρη των Ταξιαρχών
και του Ευαγγελισμού τον Μάρτη
μέχρι που άνοιξαν τα μάτια μου
κι είδα στο πλάι μου αγγέλους

έφτασα στα εξήντα μου λοιπόν να δω πώς γίνεται ακόμη 
και γεννιούνται αγγελούδια στους αιώνες μου
κι έχει κι αγγελικές να τα θηλάζουν

Ανάρτηση: 25/03/2017 - 10:15

Αμετακίνητος ο έρως

Τι έρωτας κι αυτός!
Μισόν αιώνα ακίνητοι κοιτάζονται στα μάτια.
Εκείνος κίων ύδατος μετά φανού θυέλλης
κι εκείνη του σταθμάρχου οικία, εγκαταλελειμμένη.

 

 

Ανάρτηση: 27/11/2016 - 12:09

μοναρχοφασισμός και παλιά δαντέλα

πίσω απ' τον κεντημένο αυτόν τουρκότοιχο 
έμενε ο Νάσος· επίσημος ζητιάνος μ' ένα πόδι
με την Ουρανία του κι οι δυο τους βρωμεροί
ήτανε φοβερός στην όψη 
με έναν σβέρκο πληγιασμένο 
όλο σπυριά και τρύπες κάτι τον κατέτρωγε 
οι Θρακιώτες το ονομάζαν σφαλακιά 

λέγαν πως σκότωσε εν μέση οδώ μέρα μ’ ένα τσεκούρι 
στ' Αραμπατζή μαχαλά τον ιατρό Πετρόπουλο 
για ένα πεντακοσάρι 

όλοι γνωρίζαν και κανένας τους δεν μίλησε 
ήταν ο χρόνος που σκοτώνανε αράδα εαμικούς 

θυμάμαι μόνον την χαροκαμένη Αντιγόνη της επιμελητείας του αντάρτη
στα δύσκολα να με στέλνει με το ζόρι κι ένα πιάτο φαί
σύρε στον Νάσο μπρε και την Ουρανία 

αριστερά μπροστά είναι το σπίτι μας
στρογγυλεμένες πέτρες ποταμίσιες 
στρογγυλεμένα εγκλήματα του μοναρχοφασισμού 

υγ
κι αν η παμπάλαιά μου λέξη κάποιους ξινίζει 
άγαρμπη μέσα σε κόσμια στιχηρά 
στα απαυτά μου· τα στρογγυλέματα αλλού 

Ανάρτηση: 04/09/2016 - 20:54

Μεσολακκιά ‘70

Τη νύχτα αργά, λαμπύριζαν φωτάκια.
Αναβοσβήναν πάνω και πέρα απ' τον λόφο,
μέχρι την Αμφίπολη, κι από την άλλη ως την Προβίστα.
Κι όταν χτυπούσε η σκαπάνη πέτρα, ακουγόταν.

Έλεγε ο Άγγελος, ξανθός καπνάς,
γαλανομάτης, πρίγκηψ Μακεδών,
τον ξαναείδα τριάντα χρόνια ύστερα στο Παλιοζογλόπι,
«δικοί μας είναι οι πιο πολλοί, φτωχοί διαβόλοι·
ελπίζουν οι καημένοι νά ‘ναι τυχεροί.»

Κοιμόμασταν αργά το βράδι
κι εμελετούσαμε τις βάσεις της φιλοσοφίας,
το άφησα το εγχειρίδιο εκεί, έπιασε τόπο.
Όσο για θησαυρούς και κάπηλους,
τότε και τώρα
ποιος τους γαμεί;

Ανάρτηση: 26/08/2016 - 01:16

Γέφυρα-Καμινίκια

τα καλύτερα τρακτέρια ήταν οι Ζέτορες
μετά ήταν τα Μπελαρούς
δεν έφτανε όμως τότε μόνον αυτό
για να σκοτώσεις
ίσως γιατί κανένας μας στη γειτονιά δεν είχε

θα ήθελα αυτόν τον λόγο να τον πω
'επί της μικράς ιδιοκτησίας'
θ' αρχίσουν όμως οι τσόγλανοι
τα 'είσαι ακτήμων ρε'

Ανάρτηση: 13/06/2016 - 17:23

Της υποχώρησης και τ’ αμπελιού

Δεν ήμουν με τους νικητές ποτέ.
Δεν χάρηκα νίκη καμία.
Ίσως δυο-τρία γκολ παραπάνω 
στο χώμα της αλάνας μας
(δώδεκα - εννιά, δεκαπέντε - δεκατρία),
το πολύ-πολύ καμιάν αποφυγή καταστροφής,
μιαν ήττα που, εν τέλει και τυχαία, 
γύρναγε ανάποδα.
Πράγματα μάλλον σπάνια.

Μ’ όσους υποχωρούσαν άτακτα,
κυνηγημένοι, ξέπνοοι, κομμάτια, 
τα βόλευα πάντα κι έλεγα: 
εδώ είμαστε.

Με την αριστερά παρέα,
δεν είχαμε ούτε μια νίκη πενήντα χρόνια τώρα.
Έτσι θα πας μου λένε οι φίλοι
-σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.

Ναι. 
Το κακό ξεκίνησε απ’ τον μπάρμπα-Γιοβάνη.
Κάτι φωτογραφίες απ’ το Αφιόν-Καραχισάρ,
σκόνη παντού και χώματα άγρια.
Τρομακτικές ιστορίες, παραμύθια της γιαγιάς Αντιγόνης,
ήρθα πολύ αργά να τον γνωρίσω, σχωρέθηκε στην κατοχή.
Κι απ’ το αμπέλι του.

Ποιος ξέρει τι είναι αμπέλι που φύτεψε ο παππούς;

Ποιος βάδισε ανάμεσα στα κλήματα ντάλα-μεσημέρι,
σε χώμα ξερό κι ήλιο λαμπρό, θανατηφόρο;
(Αφήστε τον Ελύτη στην ησυχία του, γι άλλα μιλάω.)

Ποιος έχει κοιμηθεί χαράματα σε ρίζα κούρβουλου πλάι,
ή σε κοφίνι δεμένο στο σαμάρι γαϊδουριού;

Και ποιος σκαρφάλωνε στα καπούλια του
μαζί με τον μικρό του αδελφό;

Έτσι δε γίνεσαι νικητής ποτέ.

 

Ανάρτηση: 15/09/2013 - 11:18

67

Εξήντα επτά χρόνια μετά.

Το φάντασμα της Αντιγόνης, 
ο νεκρός που δεν έθαψε ποτέ, 
στοιχειώνουν τα Καμινίκια. 
Ο Βάσος, ο Γιώργος, ο Ευριπίδης,
η Μούδη και τ' άλλα τα παιδιά...

Θεέ μου, σε τι χώματα περπάταγα παιδί!

______________________________
Οι χειροβομβίδες βρέθηκαν στην οδό Ολυμπίου... (25/9/12, ημερήσιος τύπος)

 

Ανάρτηση: 25/09/2012 - 23:25

Πολιτική ένταξις

Μπήκε-βγήκε· λέει.
Πέρασε απ' έξω, άνοιξε την πόρτα, έγινε μέλος.
Είπε κάτι, του είπαν κάτι.
Kάτι αρχές που κουβαλούσε -λέει- του χάλασαν, παραιτήθηκε, πήγε αλλού.

Τι είναι ρε η πολιτική ένταξη; 
Μπουρδελότσαρκα;

Έβαλε η γιαγιά σου στο κάτασπρο καμποτένιο σου βρακί 
δυο προκηρύξεις άσπρες-μαύρες του πολύγραφου, 
κάτι μελάνια που δεν στέγνωναν ποτέ,
να τις πας στου γέρο-Μίσσα, στου κυρ-Πέτρου,
κατακαλόκαιρο του ’61.

Τις πήγες και τις κουβαλάς ακόμα.
Μελάνιασαν τ’ αρχίδια σου πενήντα μαύρους χρόνους.

Ανάρτηση: 29/04/2014 - 12:05

Άσπρο πουλί

Άσπρο, κατάλευκο, νυχτερινό πουλί
μέσα στα ρύζια που θερίζουν
άγαρμποι και χοντροί,
μηχανοκίνητοι αγρότες 
στο μέσο της κοιλάδας,
στην ομίχλη του Στρυμόνα.
Τρομάζεις απ’ τους προβολείς και τα μουγκανητά
θηριωδών αλωνιστικών ερπυστριοφόρων 
που και τη νύχτα κάνουν μέρα
καθώς ρημάζουν το ψεύτικο γιατάκι σου,
πετάγεσαι αλαφιασμένο
κι είσαι έτοιμο να πέσεις 
στο παρμπρίζ του Scoda μου.

Κι εγώ μεταλαμβάνω τρόμο
στο σεληνόφως του Νοέμβρη
όπως έχω αφήσει πια πίσω μου τα Κρούσια
με δάκρυα ακατανόητα
για ζωές χαμένες πενήντα χρόνια πίσω,
αγαπημένες μα άτυχες,
μνήμες εμφυτευμένες σε νουν παιδικό.

Τι είσαι ρε άτιμο;
Ποια ψυχή που πασχίζει να σωθεί,
από ποιες αμαρτίες;
Ποια ιδέα μοναχική;
Ποιο γλαροπούλι χαμένο
εκατό χιλιόμετρα απ’ τη θάλασσα;
Ποιος πελεκάνος τόσο μακριά απ’ τη Κερκίνη;
Πού γυρνάς και ποιον ψάχνεις;
Ή μήπως θέλεις να μου κάνεις συντροφιά;

Ανάρτηση: 09/05/2014 - 13:00

Καλοκαίρι

Του καμένου λαδιού η μυρουδιά το δειλινό
-τηγανητές μελιτζάνες, πιπεριές-
που σκέπαζε τη γειτονιά.
Τα παιδιά με τα μαύρα σώβρακα,
τα λερωμένα φανελάκια
ξυπόλυτα στη σκόνη
ή μ’ ελβιέλες άσπρες να κολλάνε απ’ το στουπέτσι,
το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού έξω απ’ την όμορφη τρύπα.
Κεφάλια κουρεμένα,
πληγιασμένα γόνατα,
βρώμικα μάγουλα απ’ τη φέτα το καρπούζι.

Όλο χαρά,
όλα δικά μας,
τίποτε δε μας σταματά.
Η γειτονιά, τα κοντινά χωράφια,
οι μπαξέδες, οι οπωρώνες,
ο κάμπος όλος.
Όλα δικά μας είναι.
Και ποιος να μας τα πάρει,
να τα κάνει τι;

Τίποτε δεν έμεινε.
Όλα μας τα πήραν.

Ανάρτηση: 20/05/2014 - 12:02

Οσμές

Μύριζε ο αέρας γιαγιά-Κική.
Κουζίνα ελαιόλαδου παχύρρευστου
και των λαχανικών του Αι-Γιαννιού.
Πρώιμη μελιτζάνα, πιπεριά τηγανιτή
ντομάτα και τυρί, ρίγανη και κρεμμύδι.

Ακόμη καλντερίμι έξω κι οι γυναίκες 
στην βρύση με τον τενεκέ ή την στάμνα.
Πρώτη φορά χορτασμένη η κοιλίτσα 
πρώτη φορά να σηκώνεις το κεφάλι.

Ανάρτηση: 21/05/2014 - 08:12

Ωραίος νέος της κορωνίδος και του κλέφτη

                                                               (14 Ιούνη - 21 Αυγούστου 1948)

Πολύ είναι το φαρμάκι μάτια μου.
Εξήντα πέντε χρόνους χύνεται.
Πάρα πολύ.
Φτάνει να μένουν θαμμένες αλήθειες άλλους τόσους.

Ας είναι όμως καλά το χαρτί και το μελάνι,
οι ηλεκτρομαγνητικές ιδιότητες της ύλης και το φως.
Αποθήκες του λόγου.

Κι όσοι σαλοί γεννήθηκαν απάνω σ' άγιους τάφους.
Όπως, ας πούμε, του σεΐχη Μπεντρεντίν.

 

Ανάρτηση: 25/05/2014 - 23:40

Σίρις I

Κι οι ρίζες σου;
Πού άφησες τις ρίζες σου,
σε ποια γωνιά τις ξέχασες;
Πού είναι ’κείνο το παχύ σου σίγμα, 
το συριστικό που φώναζε
‘Σίρις,
           Σίρις, 
                     Σίρις...’
Εκείνο το νι το τελικόν, 
το πανταχού παρόν και τα πάντα τελευτών.
Οι κομμένες καταλήξεις, 
τα φανερά σου τούρκικα, 
τ’ απόκρυφά σου σλάβικα
παραγεμίσματα των λόγων
που μακριά απ’ τον τόπο σ’ έκαναν να κοκκινίζεις,
κι εκείνα τα παράταιρα αρχαιόπρεπα, 
τ’ ανοίγματα στον ουρανό.

Και τώρα μου μιλάς γλώσσα που δεν καταλαβαίνεται,
φοράς ρούχα που σε ξεφτιλίζουν,
κουνιέσαι και λυγιέσαι σαν πουτάνα.

Άει και γαμήσου, 
εξωνημένε. 
 

Ανάρτηση: 08/06/2014 - 10:19

Κερωνία*

Άσπρο γαρίφαλό μου
σε σκούρο χέρι μέσα,
όμορφου γύφτου που σβήνει
με τα πέταλά σου τα κεριά 
αδιάφορης ακολουθίας επικήδειας
στον Αϊ Δημήτρη των Σερρών,
εγώ μπορώ και δραπετεύω
και πάω και ξύνω
με λίμα ξεδοντιάρα, σκουριασμένη
τη μνήμη όσο πιο γίνεται βαθιά
ώσπου να φτάσω ψάχνοντας στη χαρουπιά
και στα κουλούρια με σουσάμι που πουλούσαμε 
στου Φεσαλίκου, στου Νταλάγκα,
πίσω απ’ τη στάση Αλεξανδρίδη
χωρίς ωστόσο σημείο αναφοράς,
χωρίς γνωστές συντεταγμένες πια
στην πόλη αυτή την ξένη μου 
κι αυτόν τον οπλισμένο μαχαλά 
της κοφτερής κι ορθής γωνίας 
που και χωρίς αγγίγματα πληγώνει.

Ας είν’ καλά εκείνος ο άθλιος εργολάβος
κι η αθλιέστερη πολεοδομία
που τους περίσσεψε όρθιο,
για ψευτοαποθήκη βέβαια,
στη μέση μιας πρασιάς 
με πρόσβαση λαβυρινθώδη 
το ψεύτικο σπιτάκι σας ρε θεια, 
τριάντα χρόνια τώρα, μοναχά τους
κουζίνα, καμαρούλα, σαλονάκι. 
Α, κι ένα υπόγειο μυστικό.
_________________
*Caratoni a sliqua ή Κερατέα η έλλοβος ή κεραθιά ή χαρουπιά.

photo: Athanasios Athanasiadis

 

Ανάρτηση: 11/06/2014 - 19:27

Στάλινα*

Νύχτα έφτασε στην πρώτη του πατρίδα,
πόλη γενέθλια, αγαπημένη,
ξεδιάντροπη και φουκαριάρα,
περνώντας τα Κρούσια με βροχή κι αέρα
γυρεύοντας παρηγοριά σε μάνα, μαχαλά,
σε πέτρες και σε λάσπη.

Και κει μέσ’ στα σκοτάδια
το σπίτι της γειτόνισσας ριγμένο
από τις μηχανές του Δήμου ως επικίνδυνο
πληγή ανοιχτή, μεϊντάνι,
αλάνα για παιδιά πια,
που όμως έχουν φύγει από χρόνια.

Πρώτα έπεσε ο πάνω όροφος
με την καλαμωτή και με το σάπιο ξύλο.
Αχούρι έκανε η Στάλινα
το πέτρινο ισόγειο για τον γάιδαρό της.

Στάλινα, κυρά Μαρίκα, χήρα μπαξεβάνισσα
έσπερνε λίγο έξω απ’ την πόλη σ’ έναν μπαξέ
καταμεσής των οπωρώνων του Σταθμού
και πούλαγε στο Μιλιγκίτσ' - Μελενικίτσιον,
όπου εφαρμογή έκανε των έξοχων βουλγάρικών της.

Αυτού όμως του μένει το σημάδι απ’ την σφαίρα
του καπετάν-Μητρούση στη σιδερόβεργα, στο παραθύρι της.
Οι Τούρκοι τζανταρμάδες στις στέγες των σπιτιών ολόγυρα
και της γιαγιάς τα παραμύθια.

Κλείσε γερο-Ευθύμη τις πληγές
σ’ όσους τουρκότοιχους σ’ απόμειναν.
Βαλσάμωσέ τους, κλείσ’ τους σε τσιμέντο μέσα,
ας μένουν.
Κράτα τους όσο μπορείς.

Γεμίζει ο τόπος χαρακιές,
στενά οικόπεδα, άδεια·
τι θα γραφεί και τι θα μείνει;
Τώρα που τόσο γρήγορα αλλάζουν οι εικόνες όλες.

_____________________

*η χήρα του Στάλιου

Ανάρτηση: 15/06/2014 - 09:39

Τρελός συμμαθητής

Μαζί με ιστορίες όμορφες,
λόγια της ανατολής
έξω απ’ τον κανόνα 
-δεν άκουσα παραμύθια πιο γλυκά 
δεν κοιμήθηκα πιο γαλήνιες νύχτες.

Φεύγουν.
Και παίρνουν μαζί 
ονόματα ωραία και λέξεις μαγικές,
κόσμον άλλον, 
ενανκαιρίσιο κόσμο.

Ασλάν, καπλάν,
ντελή ογλάν.

Ασλάάάάάν, καπλάάάάάν…

Τι ήθελαν αγόρι μου τρελό
και σ’ έκαναν Δεληασλάνη; 

Ανάρτηση: 17/06/2014 - 19:00

Οι τα φαιά ενηνοχότες

Όσο και αν κραυγάζει ο καλλιπώγων επικεφαλής
‘come as you are’,
κυρίαρχο χρώμα είναι το φαιό.

Οι τα φαιά φέροντες είναι οι ίδιοι
όπως τριάντα χρόνια πριν.
Οδός Δραγούμη Ίωνος. Σέρραι.
Όλα θυμίζουν άλλες εποχές
που θέλησαν ως και σταγόνες αίμα
για να φύγουν.

Καμπάνες δονούν τον αέρα.
Ο τόπος γέμισε ιερείς και παπαδιές
-ιερειών ελλείψει.
Λεωφορεία πλήρη φαιόχρωμων πιστών.

Πώς γίνεται πάντα
αυτοί οι ταγοί να ’ναι κοντόχοντροι
και με κοιλιές ξεπεταγμένες;
Ούτε τα μαύρα ράσα δεν τις κρύβουν,
αν και εν γένει στρογγυλεύουν
κάθε υποψία γωνίας πάθους
ή ακμής αφιέρωσης.

‘Εγώ Χριστό χοντρό δεν είδα’
μού ’ρχεται να ουρλιάξω,
μα ξεμακραίνω αδιάφορα δήθεν.

Οδεύω σ’ ένα δρόμο όλο φίλους
γέρους, σπασμένους πια,
ίσα π’ αναγνωρίζονται τα πρόσωπα
-είναι ό,τι επιτρέπει ακόμη ο χρόνος
κι η ζωή, όση σ’ αφήνουν να τη ζήσεις.

Μικρή μου όμως εσύ πόντια
με το ζωγραφισμένο πρόσωπο
και τα κατάμαυρα μαλλιά σου σκόρπια,
τον παιχνιδιάρη εραστή σου αγκαλιά,
πάνω στο απαστράπτον σας typhoon
με τα σαλβάρια και τις βράκες,
τη ζουπούνα(1), το λαχόρ(2),
τη φοτά(3) σου, το σπαλέρ(4)
και μια μακριά σημαία ελληνική στο χέρι
τρελά να ανεμίζουν.

Σ’ ακολουθώ επί αυτοκινήτου πολυτελούς
ολότελα χαμένος.
Σ’ ακολουθώ ανίκανος.

Όλα τα περιγελάς και τα κοροϊδεύεις
-σα κάκαλα(5) του αγοριού σου-
και τελικά μόνη εσύ νικάς
όλον τον θάνατο και τη μαυρίλα.

______________________
1.φόρεμα 2.ζωνάρι 
3.ποδιά 4.τραχηλιά 
5.αρχίδια

Ανάρτηση: 13/04/2014 - 20:12

Αγγίτης

Κλάμα είναι ό,τι θέλει από μέσα μου να βγει.

Κλάμα μοναξιάς απέραντης
σε δρόμο στρωμένο κιτρινισμένα φύλλα λεύκας,
καθώς βαδίζω στην κοιλάδα του Αγγίτη,
κρυμμένου ποταμού ανάμεσα στη Δήμητρα και τη Μυρίνη.

Κλάμα για όσους στέκονται στα υψώματα ένα γύρο
και με παρατηρούν με μάσκες αποξηραμένης άσπρης λάσπης,
την αγωνία μου μετρώντας και τις αντοχές μου. 
Τα βήματά μου, ως φαίνεται, είναι γερά ακόμη.
Δεν το τολμούν. Τ’ αχρηστευμένα όπλα μου 
πρέπει να τους τρομάζουν. Ας είναι... 
Κύμβαλα, σάλπιγγες, άναρθρα τραγούδια 
όσων ξεκίνησαν και με καταδιώκουν ακούγονται αρκετά μακριά.

Πίσω μου, τα τρελά λιοντάρια κι οι μινώταυροι
κι εγώ ακάλυπτος βαδίζω στα οκτωβριανά μου 
αυτά στενά της θλίψης και της εγκατάλειψης,
τραβώντας ίσα στα ριζά των υψωμάτων με τα οργωμένα τους χωράφια,
για τις γραμμές του τρένου που πάν παράλληλα με το ποτάμι.

Χέρι κανένα και βοήθεια καμιά.
Για μια ζωή ολόκληρη άλλους κουβαλούσα.
Αδύναμους, γυμνούς, κατατρεγμένους
κι από καμιά φορά δόλιους φτωχορουφιάνους.
Άλλους παρέδωσα σωστούς, άλλους μισούς, άλλοι μ’ αφήσαν
κι’ άλλοι γονάτισαν ξέπνοοι στα χαντάκια και στη λάσπη.
Δυο τρεις μ’ ακολουθούν ακόμη. Πού να πηγαίναν άλλωστε;

Δυο πόδια και δυο χέρια μόνον είχα.
Ένα μυαλό για να ξεφεύγω και ν’ αντέχω. Και μνήμη πέτρινη. 
Για τους χρησμούς και τα μηνύματα, τον κώδικα.

Κλάμα είναι ό,τι θέλει από μέσα μου να βγει...
Γνώση απερίσκεπτη ενός κάμπου στο μέσο των γλυκών βουνών.
Γνώση που ξέφυγε το μέτρο του κοινού και γίνεται επικίνδυνη.
Και πρέπει επομένως να χαθεί.

photos: Dimitris Georgitzikis

Ανάρτηση: 18/02/2014 - 11:00

Ομολογία τριών γλωσσών

                                Στο πένθιμο χτύπημα της καμπάνας
                                έλεγε η μια: “κιουμ κιουμπερλίκ* μπρε μάνα;”
                                κι η άλλη απαντούσε: “ε, όποιανου τουν πιθήνισκι**”.

Τρεις άλλες γλώσσες να μου μάθουν πήγαν.
Άλογοι δάσκαλοι,
από καθέδρας ειδήμονες του εγωισμού τους μόνον.
Ζηλωτές κι αντάρτες του λόγου και της πράξης,
επί αθωότητος παιδικής ολετήρες ελπίδων.
Ανούσιοι, γλυκανάλατοι εραστές του ωραίου και της
     αλήθειας,
τόλμην μη έχοντες, τόλμην διδάσκοντες μα και συμβιβασμούς
     αράδα,
το θάρρος κηρύσσοντες κρυμμένοι απ’ το δείχτη τους πίσω.

Ποτέ κανείς τους όμως δε μπόρεσε να υποψιαστεί
πως εγώ τη μάνα μου και τη μάνα της πρωτίστως
     αγαπώντας,
την ανάσα και την τσακισμένη ελληνική τους,
σύμμεικτον με ξενικά ακούσματα,
εντόπια όμως
όσο κι ο καπνός, τ’ αμπέλια στα μπαΐρια των Σερρών,
η ντομάτα τ’ Αϊ Γιαννιού,
τα τουρκόσπιτα με την ποταμίσια πέτρα
που πέφτουν μόνα στα Καμινίκια τις Κυριακές,
διαφορά καμία δε βρήκα αισθητή.

Αγάπησα η αλήθεια είναι και τις τρεις,
στο χάος που φτιάχναν όλοι κι επιχαίραν,
εγώ, λίγο απ’ το όντως ον μπόρεσα κι είδα
καβαλώντας -που να φανταστούν!-
του Παππούλη μου τ’ άλογο, της πιθανότητας
και της στοχαστικής διαδρομής,
εν μέσω καταστρεπτικού θορύβου κι απειλητικών
     παρεμβολών,
καλπάζοντας σε διαλείποντα στροφήρη μονοπάτια
ημιτονοειδή του σήματος.
Τις πήρα χέρι το χέρι να δουλέψω
μιας κι εργαλείο γύρευα,
κώδικα πλαστικόν και προσαρμόσιμον
στην του Στρυμόνος μου περίκλειστην κοιλάδα,
στα χαμηλά βουνά ολόγυρα της.
Γλώσσα του αέρα και της υγρασίας,
αυτών που ήλθαν, αυτών που φύγαν,
αυτών που πέρασαν νύχτα.

 

                                    ________________
                                    *ποιος πέθανε
                                    **όποιος ήταν να πεθάνει

 

Ανάρτηση: 11/09/2013 - 01:03

Κυνηγώντας το αεικίνητον I

Αεικίνητον.
Πόθε μου μαύρε, σκοτεινέ.
Πήδημα πάνω από φράχτη με σύρμα αγκαθωτό
κήπου απαγoρευμένου μιας κερασιάς κατάφορτης
καρπούς που λάμπουν στο μεσημέρι άνοιξης γλυκιάς
που πάει να γίνει καλοκαίρι.

Πώς να σ’ αρπάξω; Πώς;
Τον Μπαμπλιαχάτσα, τον Αμπούτσο να γελάσω,
τους τρομερούς δραγάτες, και στιλπνόν ποδηλατάκι μου
αχ να σε φτάσω, να ξεφύγω
με τ’ άσπρο φανελάκι μου καρπούς γεμάτο,
όλος κατακόκκινα ζουμιά, κορμάκι κι ύφασμα.

Αεικίνητον.
Δεν σ’ έπιασα ακόμη.
Στα μονοπάτια γνώσης δυσκολότατης βαδίζω.
Μια τέχνη που δεν μ’ αγαπάει αγαπώ.
Ακόμη τρέχω επί σκουριασμένου ποδηλάτου
γελοίος πια, ενήλιξ ποδηλάτης, ανοήτως ριψοκίνδυνος
λεωφόρους ταχυτάτων οχημάτων διασχίζω.
Κι ακόμα ελπίζω, εν απορία διατελών.

Ανάρτηση: 01/03/2013 - 10:16

Καράβια

H πόλη μου δεν είχε θάλασσα. 
Μία γυναίκα-άγγελος από τον κάμπο 
ήρθε ένα βράδυ σπίτι μας  
και μού 'μαθε να φκιάχνω χάρτινα καράβια.

Ανάρτηση: 21/04/2013 - 11:43

Μνήμη 1960 (ή περί εξορύξεων)

 

                                                                                                                         Photo: Athanasios Athanasiadis 

 

Κατακαλόκαιρο του κάμπου, τέλος μεσημεριού.
Ο μπαμπάς ημίγυμνος ξυρίζεται,
μυρίζει η κλειστή αυλή μοσχοσάπουνο Ερμής.

Ταραχή, ένα φορτηγό ανοιχτό πίσω
χτυπάει στο καλντερίμι και την άρρωστη λάσπη.
Όλοι στις πόρτες.
Οι πιο μικροί τρέξαν ξυπόλυτοι.

Εδώ που βγαίνουν αυτά τα δέντρα στα δεξιά ήταν το σπίτι,
ο τοίχος με την τσιμεντογωνία έγινε μετά,
στην εποχή της εγκατάλειψης.
Θυμάμαι έναν φράχτη με σύρμα και πέτρα ποταμίσια.
Ήταν της Τότσκινας – πάντα σχεδόν παίρναν τ’ όνομα της
     γυναίκας.

Ξεφόρτωσαν τον σκοτωμένο σαν σακί,
οι άλλοι τρεις στην καρότσα ήταν για δυο δρόμους
     παραδίπλα.
Ήταν ίσως η αγκούσα ή έπεσε ο φερές.
Στου Περδικάρη ή του Παπαντωνίου τα λιγνιτωρυχεία.

Τα δυο παιδιά του πάντως, χαίρονταν μαζί μας
– δεν ξέραμε τίποτα από θάνατο,
κι ας ήταν καθισμένος σ’ όλες τις γωνιές.
Ξέραμε όμως όλοι από σκάψιμο
– τι χρυσός, τι κάρβουνο, οι άνθρωποι ένα τέλος έχουν.

Γιατί μετά από χρόνια τόσα μου ξεσκίζετε τα σωθικά;
Αυτή η πόλη σε πληγώνει όπου κι αν κρυφτείς,
ακόμη και μ’ αυτά τα πρόστυχα, τα άυλα bit.

________________________________

[Κάθε φορά που γίνεται ατύχημα σε ορυχείο, όπου στον κόσμο, σφίγγεται η ψυχή μου. Ελάχιστοι στις Σέρρες εργάτες της ηλικίας του πατέρα μου δεν πέρασαν απ' τις γαλαρίες του Περδικάρη και του Παπαντωνίου. Οι υπώρειες του Λαϊλιά είναι ακόμη τραυματισμένες. Το βλέπεις όταν ανεβαίνεις στον Αϊ-Πρόδρομο, ή από τον Λευκώνα πας για Βύσιανη ή Ξηρότοπο. Αρκεί να έχεις μια ιδέα από γαλαρίες.
Οι τελευταίοι ελεύθεροι λιγνιτωρύχοι-γαλαριώτες δούλευαν μέχρι τα μέσα του εβδομήντα. Ο Θοδωράκης, ξάδελφος πρώτος της μάνας μου, ο Πάσχος απ’ τους Αγιανάργυρους και κάνα δυο Κορμιστινοί πρέπει νά ‘ταν οι τελευταίοι που ήξερα. Τότε πια έσβησαν οικονομικά και βιολογικά.
Τα ατυχήματα, η αγωνία για τους δικούς σου μέσα στην γαλαρία, οι συχνοί θάνατοι ήταν της κάθε μέρας.]

 

Ανάρτηση: 24/04/2013 - 23:18

Ο Τρένας

Πέθανε ο Τρένας.
Σήμα κατατεθέν της άλλης,
της μικρής μου, της ενδότερης πλατείας,
μακριά απ’ την ασφάλτινη δημοσιά.
Γλώσσα βαριά με σλάβικη χροιά.
Δυσνόητα, μα οικεία ελληνικά.
Καταγωγή μυστήρια, αδιευκρίνιστη,
κάτι χωριά του κάμπου και της θέρμης.
Καραγωγέας στο επάγγελμα.
Άλογος και παράφορος με τ' άλογό του,
ούτε ένα μήνα άντεξε
μ’ ένα σταχτί, άτυχο μουλάρι
αφού του ψόφησε ο δικός του
καφετής και απαστράπτων αλογάς
-κι ας είχε βγει στη σύνταξη από χρόνια.
Απομεινάρι των ντελάληδων,
μόνιμος δημοπράτης
της Παναγιάς, Δεξιάς-Αριστερής,
του γλυκυτάτου έαρος
και του Σταυρού.
Μέσα στ' αγιόκλημα, στις πασχαλιές
και στα τουρκόσπιτα,
στους τοίχους με τη λάσπη
και την τσαϊρίσια πέτρα
που ένας-ένας γκρεμίζονται,
μαζί με παραμύθια όμορφα, της ανατολής γλυκά,
με λέξεις ζαφειρένιες και παροιμίες της καρδιάς,
ξένες, μα τόσο αγαπημένες.

Κηδεία, τα μανάλια,
ο σταυρός, τα εξαπτέρυγα
και στου Πέντσα το χωράφι.
Χωρίς πια λαϊκές δημοπρασίες σε χώρους
κοινούς και ανοιχτούς.
Κλειστά γραφεία μόνον
κι αξιοπρέπεια φράγκικη εν περισσεία.

Ανάρτηση: 03/05/2013 - 13:28

Καμινίκια

Πόσο ν' αντέξουν ακόμα τα τουρκόσπιτα στον μαχαλά μου;
Πέντε-έξι μείναν. Λάσπη, καλαμωτή και πέτρες στρόγγυλες,
κάτι κοτρόνια ποταμίσια που όλο κατρακυλούν.
Κάτι πρέπει να ξέραν οι παλιοί κι έχτιζαν έτσι, ψεύτικα.
Νόμος εδώ φαίνεται μόνος νά ’ναι ο ξεριζωμός.

Ανάρτηση: 23/05/2013 - 12:52

Οι εργολάβοι

Εγώ μεγάλωσα σε χώμα.
Όταν στις γειτονιές ακόμη ακούγονταν
τα πέταλα των ζώων στο καλντερίμι.

Ύστερα ήρθαν ένα πρωί,
όταν πια ήμουν έφηβος,
ο εργολάβοι Δορκοπάτης-Νυκτοφύκης
για να γεμίσουν τα σοκάκια του μαχαλά
και τις δύο του πλατείες
τσιμέντο άγριο και φτηνιάρικο
που ξεπλυνόταν στη βροχή των φθινοπώρων
κι όλο γινόταν αγριότερο.

Ανάρτηση: 28/05/2013 - 21:30

Εσύ δεν ξέρεις πώς

Εχτελεστικό της κατοχής,
ο Μιλτιάδης που χάθηκε πριν τα είκοσι,
ο Ευριπίδης που γύρισε γέρος
για να τελειώσει εδώ,
με δύο χέρια μαύρα, μαγικά
να δίνουν ζωή σε μέλη νεκρά,
να διώχνουνε τον πόνο.

Σσσσ!... εσύ δεν ξέρεις πώς!

Είχαν ένα σπαθί.
Δυο σπίτια μέναν, έλεγε εκείνη, για να κάψω.
Ένα του Γκάτσιου, ένα του Τσούφλιου.
Λογαριασμοί φτηνοί, τρελοί, από χρόνια.
Τις νύχτες δεν κοιμόμασταν εμείς.
Του Μπάλιου η γυναίκα στις καλαμιές,
στην άκρη των Καμινικίων,
η χήρα Μπάλινα σφαγμένη
με το μουνί στο στόμα.

Σσσσ!... εσύ δεν ξέρεις πώς!

Ίσως ν’ αγγίζεις μόνον, αλλά...
Τα ίδια θα γινόταν αν ξαναγινόταν.

Α ρε γιαγιά! Πώς να σκεφτείς,
πώς άραγε Αντιγόνη μου εσύ,
του Γκάτσιου, του Καΐπη,
την δέκα χρονών καρδιά μου;

Σσσσ!...εσύ δεν ξέρεις πώς!
Σσσσ!...

Ανάρτηση: 31/05/2013 - 13:37

Το καμπιτζίκι

Λίγο με νοιάζουν οι κανόνες σου οι σκληροί
κι οι αυστηροί σου αφορισμοί
που φράζουν πόρτες και περάσματα
σ’ ώρες κινδύνου και κατατρεγμού.

Εμείς στα σπίτια μας -τουρκόσπιτα
με πέτρα ποταμίσια και καλαμωτή-
μικρές πορτούλες είχαμε στις πίσω αυλές,
κρυφές και μυστικές, τα καμπιτζίκια.

Έτσι μπορέσαμε.
Περνώντας ο ένας στο σπίτι του άλλου.

Τα χρόνια πέρασαν,
οι κανόνες ξεθώριασαν
μαζί κι οι νομοθέτες τους,
πήραν τους φραγμούς τους
παρέα στα κιβούρια τους,
πια είμαι λεύτερος
να ομιλώ γλώσσα όποιαν θέλω κι αγαπώ.

Για δες ρε που είχε και μερικά καλά
των άθλιων μεσαίων η γελοία επανάσταση.
Έτσι κάπως κατάφερα κι έμεινα
γνήσιο της Γκάτσινας εγγόνι και του Καΐπη.

Ανάρτηση: 09/06/2013 - 02:34

Κερκίνη

-Ούτε δακρύζει ούτε κλαίει.

Περνάς από δίπλα και φεύγεις.
Τουρίστας.
Άμα δεν ξέρεις το γιατί.

Ανάρτηση: 30/08/2013 - 23:37

Σταθμός

Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι να αναμένουν
σ' αυτόν τον απόπολιν σιδηροδρομικό σταθμό;

Νόμιζα πως είχαν τελειώσει από χρόνια.

Έβλεπα μόνο έναν σταθμάρχη συμμαθητή μου
και φορτηγά τραίνα, άδεια, να μην σταματούν.

photo: ‎Thodoris Boubas

 

Ανάρτηση: 31/08/2014 - 10:25

Σχόλιον περί εβδόμης τέχνης

Θέλω να πω για σινεμά.

Άνεσις
Ολύμπια
Έσπερος
Τιτάνια
Διονύσια
Παλλάς
Πάνθεον
Αστέρια
Χάρις
Αλέξανδρος
Κρόνιον
Ρεξ
Ορφεύς

Άλλο τίποτε.

Ανάρτηση: 08/10/2014 - 11:12

Μενοίκιον

και τι άλλο περίμενες δηλαδή
            δεν ήξερες
                          δεν το είχες καταλάβει
                                         μέχρι εδώ ότι μπορούσαν
πως τ' άλλα ήθελαν άλλους

αφού τους ήξερες όλους 
στην πλάτη σου τους κουβάλησες

σίτος
          βιοτεχνία επίπλων
                              κεραία μεσαίων
                                            κεραία μικροκυμάτων

μετά μόνον ο τόπος

Ανάρτηση: 05/06/2015 - 14:20

Η αχλαδιά στον οπωρώνα του παππού

Είναι ξεραμένη - ποιος ξέρει πόσα χρόνια. 
Και κατακρεουργημένη.
Αυτή είναι! 
Δεύτερη γραμμή αριστερά απ' τον δρομάκο
που δεν ήταν τότε. 

Έβγαζε τα καλύτερα.
Σ' αυτήν τελειώναμε, 
να μένει η αίσθησις
της πλέον γλυκείας γεύσεως ...

Ανάρτηση: 07/06/2015 - 12:15

Οπωρώνας

Ωραία λέξη.

Τόσο πολλά, τόσο μακριά τα ανοιχτά και τα περίκλειστά
      της ο,
τόσο απότομο και καταληκτικό τ’ ορθάνοιχτό της α·
χείλια, σάλιο, ρίνα, γλώσσα να σφυρίζει
στην συμφωνία των συμφώνων της.

Να πλαταγίζει βουτυράτο αχλάδι στα χείλια
και να ρουφάς, να ρέει ο υγρός γιαρμάς,
να σπάνε, να μένουν κομμάτια τα κουκούτσια
στο στόμα απ’ τη λαχτάρα, να τα φτύνεις στο χορτάρι.

Ανάρτηση: 07/06/2015 - 21:31

'ένας Στρυμόνας κι επιπλέω στα νερά'*

πολύχρωμος με παρασόλια άμμου και θαλάσσης
στη λάσπη της Αμφίπολης παρέα
με τρία πτώματα οξυγονοκολλητών
πίνω τσιγάρο από πικρόφυλλο μπασμά

σκοντάφτει η βυθοκόρος στα λιοντάρια
ακόμη ψάχνουν τάφους τις νύχτες οι φτωχοί
η Ηλιοκώμη μακριά κι εγώ στις όχθες
έναν αιώνα ολόκληρο çocuk kayıp**

μόνο χαμένο κι απονήρευτο παιδί

_________________________________
*πρωινή σπουδή σε έναν στίχο του Λαχά - πιο νότια· είχες δίκιο Κώστα στο μαγέρικο Όλγας και Γραβιάς όταν μου είπες 'έγραψα έναν στίχο δυνατό'·  δεν το κατάλαβα τότε πως θα με στοίχειωνε

**çocuk kayıp: χαμένο παιδί - το όνομα του παππού μου απ' την πλευρά της μάννας μου είναι Καΐπης το έδωσαν οι Οσμανλήδες στον πατέρα του λίγο παραπέρα στο Κιούπκιοϊ

photo: Ζαμπακος Χαρ.

Ανάρτηση: 15/08/2015 - 08:01

το χωνί και η ελευθερία

λένε την θεια μου Ελευθερία
ήταν κοπέλα μικροσκοπική κοκκινομάλλα
κουκλίτσα μάτια καταγάλανα
την λέγαν οι Βουργάροι «χούμπαβο»*
κι απ’ την ΕΠΟΝ της έμεινε το «χωνί»

_______________________________________________________
* xубаво момиче
“Τα χωνιά του ΕΑΜ” έργο του Α.Τάσσου

Ανάρτηση: 12/10/2015 - 20:00

Βισαλτία

Δεν ήξερα ότι είχαν χτίσει φυλακές
πέντε χιλιόμετρα απ’ τη γέφυρα της Πεπονιάς
απάνω στον Στρυμόνα.

Ήξερα καλά τον τόπο μέχρι και το ογδόντα.
Η γέφυρα στοίχειωνε στην ιστορία του καπετάν Αλέξη,
πώς γλύτωσε την εκτέλεση στο κίνημα της Δράμας.
Νύχτες Σεπτέμβρη, θολά νερά και καλαμπόκια.

Έφτασα εδώ το εβδομήντα πέντε,
αδύναμος, εικοσάχρονος, φοβισμένος .
Ο μπάρμπα Χρήστος μας περίμενε,
σ’ ένα παλιό σπίτι με ψηλοτάβανα δωμάτια
έδειξε μια γωνιά, εδώ κοιμότανε ο Γιώργης.

Μουνούχι.
Τόπος πρώτης εξέγερσης, σταθμός της χωροφυλακής.
Λασάνης, μαύρος δάσκαλος, Μαύρη Θάλασσα,
ομάδα Ανδρούτσος.

Νιγρίτα.
Νίκος Φακής, να σώσουμε τον κόσμο από την πείνα,
μ' ένα καΐκι στην Αμφίπολη.
Να φέρνει λάδι από την Λέσβο, να δίνει στάρι.

Γιώργη Τσαρουχά, Βαγγέλη Κωστούδη, Θανάση Γκένιο,
του σαράντα ένα τρομοκράτες,
προσκυνώ σας.

Κι έπειτα φονικό, τυφλό,
αχόρταγο,
Οχτώβρη στους λόφους στα Κερδύλια.

Οι δεσμοφύλακες φονιάδες είναι δικοί μας.
Σιγή.
Και σύνορο του τρόμου το ποτάμι.

Σιγή κι Ευρώπη του πολιτισμού.

Και τότε Ευρώπη ήτανε.
Δικοί μας κι Ευρωπαίοι κείθε του ποταμού.
Δικοί μας κι Ευρωπαίοι δώθε του.

Ως και στο Ούσλο η Ελλάδα με πληγώνει

____________________

Oslo
photo: Google Earth

 

Ανάρτηση: 11/11/2015 - 08:26

αμπέλι

ήτανε πάντα πλούσιος ο τόπος μου
πλούσιος και ανοήτως ελεήμων 
σ' όσους ερήμαζε 
έδιωχνε και τσαλαπατούσε  
κρεμούσε όμως το φως απ' τα πλατάνια του 
μπροστά στο Μπεζεστένι

Πάγγαιον των Ηδώνων Μενοίκιον
και στην σκιά τους η ακρόπολη
της κατασυλημένης Σίριος

ας είναι 

όλα γίνονται ένα 
και το καλό με το κακό 
και τ' άσχημο με το ωραίο
αυτό που μένει είν' ό,τι πόθησες 
πρώτη φορά κι είδες πρωί
από τ' αμπέλι του παππού

Ανάρτηση: 25/12/2015 - 18:35

αγροτικός δρόμος με χαρουπιές και γραμμή μέσης τάσης

και τι μας νοιάζει εμάς ανόητοι
η συμμετρία των τριών σας φάσεων
φυτρώναμε πάντα ασύμμετρα όπου θέλαμε
και δεν σας ρωτάγαμε ποτέ

μπορούσατε μόνο να μας κόψετε
κλαδέψετε ξεριζώσετε κάψετε
ή αν σας έκοβε η πείνα
να γλείψετε χαρουπόμελο από τα ξυλοκέρατά μας

 

 

Ανάρτηση: 26/12/2015 - 12:41

μεταφόρτωση

πουθενά δεν θα πας
αν από κάτω μου δεν περάσεις

κι αν μείνατε κολλημένοι στην βάλτα
χρόνους εξήκοντα κι επτά
είναι που με αφήσατε να λιώνω να σκουριάζω

μέλλον χωρίς αστραφτερές γραμμές
και ασημένιες ρόδες σας υποσχέθηκαν·
δεν έχει τέτοιο πράμα άσκεφτοι

Ανάρτηση: 10/01/2016 - 13:44

Δεκάτη*

Γυάλιζαν πίσω σου τα Μι-σαράντα-οχτώ
στο λάδι και στον ήλιο μπρος στον όρχο.
Κουβάλαγαν όλη την δόξα του Βιετνάμ.
Μπαινόβγαιναν την πύλη αφηνιασμένα.
Την φύλαγες αφ’ υψηλού για χρόνια,
μα σου την χτίσανε, την κλείσανε αμετάκλητα,
ένα ζικ-ζακ στον τοίχο, σαν τιμωρία εκδικητική.

Λεροί φαντάροι λιάζονταν στο σύρμα.
“Άκρη κωλόπαιδα· θα σας πατήσει το θεριό”
μας σταματούσε ο μαυριδερός σκοπός 
μέσα στην σκόνη. Έτρεχε η τσακαλαρία
με τα κατάμαυρα βρακιά και τ’ άσπρα φανελάκια 
για ένα λαθραίο μπάνιο, πιο πάνω, στις γκιόλες 
και την λάσπη π’ άφηνε το Τσάι των Καμινικίων.

Τίποτε ζωντανό δεν σού ‘μεινε

δεκάτη, λέει, ταξιαρχία πεζικού· τρίχες…
Πού είν’ οι δόξες της δεκάτης μεραρχίας!
Μ’ είκοσι -και- χιλιάδες κατακαημένους 
άνδρες σκόρπιους στα σύνορα και τον νομό.

Σάπιζε τώρα.

Σ' έμεινε σύρμα αγκαθωτό, 
άθλια λαμαρίνα, τσιμεντογωνία φτηνή.
Να λιώνουνε στον ήλιο, στο βοριά που κατεβάζει 
απ’ τον Λαϊλιά το ρέμα της Αγια-Βαρβάρας.

Σάπιζε·

παρέα στ’ άχρηστα πολυβολεία 
των Μάυδων στις κορυφές 
του βράχου απέναντί σου,
του λόφου με τα πεύκα πίσω σου. 

Λιώνε· 

στη χλεύη και την αδιαφορία
καρδιοπαθών, ηλικιωμένων περιπατητών …

Αφού, ρουφιάνα, αγνόησες 
ανθρακωρύχους, 
την Αγία τους 
και τον λιγνίτη 
που πάνω του πατάς.

_________________________
*Μεραρχία 
ή 
‘Ωδή στην εγκαταλειμμένη σκοπιά’ 

 

 

Ανάρτηση: 03/06/2015 - 09:24

Κερκινίτις

Στοίχειωσε μέσα μου σήμερα ο Πεθελινός, 
μ' αυτούς τους βέβηλους της μνήμης μου.

Γεννήθηκα το ‘55, Πέμπτη απόγευμα, 5 η ώρα.
Τέλη Ιούλη, κατακαλόκαιρο.
Είχε μόλις βρει δουλειά στον Πεθελινό.

-Δουλειά για μαύρους, 
κουβαλούσαμε τις πέτρες πάνω σε ξύλινες κάσες,
με τα χέρια, δυο άτομα, ένας μπρος, ένας πίσω,
να στήσουμε τ' ανάχωμα στην διώρυγα του Πεθελινού,
τελευταίο απομεινάρι της λίμνης τ' Αχινού

Τον ειδοποίησαν απ' την κοινότητα.
Βραδάκι δανείστηκε ένα ποδήλατο,
στα μισά του δρόμου για τις Σέρρες έσπασε την αλυσίδα.
Η δύναμη της λαχτάρας, τόση ήταν η χαρά του.

-Δεν ήξερα πώς να συνεχίσω, είχε σκοτεινιάσει 
καταμεσής του κάμπου, μετά το Παραλίμνιο.
Το πήρα στην πλάτη μου και συνέχισα, 
κοντά είκοσι χιλιόμετρα, με τα πόδια.

Έφτασε στην κλινική του Σκουλίδη χαράματα.
Με πλάτη πληγιασμένη και παπούτσια τρύπια.
Είδε ένα μακρύ παιδί, αδύνατο και μελανιασμένο
και την Αγγελική του ξέπνοη κι εξαντλημένη.

-Πώς να μην ήσουν έτσι χάλια, ρε Τάκη.
Κι εκείνη κι εσύ. Ένα καλοκαίρι βγήκε ολόκληρο
με καρπούζι και τυρί μονάχα. 
Ας είν' καλά ο Τζάτζας που μας είχε στεφανώσει,
έδινε βερεσέ τα ελάχιστα με το τεφτέρι.

Ήταν 24, είναι 84, μπαίνω στα 60.
Ζήσαμε κι ας έχουν παρατήσει τ' αναχώματα,
κι ας ξαναφάνηκε η λίμνη τ' Αχινού.

https://www.newsbomb.gr/ellada/story/571894/synagermos-stis-serres-apo-t...

Ανάρτηση: 08/05/2015 - 21:10

Ladri Di Biciclette

όχι, δεν έχει εξαφανισθεί το είδος
ούτε και η βαθιά συγκίνησις
αντέχουν χρόνους εξήντα εφτά

η πόλη μου η γενέθλια είναι μικρή
κρατάει τα μικρά
κακά ή καλά αδιάφορο

ποιος να τό ‘λεγε τώρα
κλέφτης ποδηλάτων ετών τριάντα έξι

δεν μπορεί δεν είναι μόνος
κάπου εκεί γύρω τριγυρνάει
με μύξα στη μύτη και δάκρυ στο μάτι
ο μικρός Μπρούνο

Ανάρτηση: 04/05/2015 - 21:44

’60 – ’70

Εργάτες θυμάμαι
με μπλε παντελόνια,
με φανελένια πουκάμισα καρό,
-τέτοια που έραβε η μάνα μου να μ’ αναστήσει-
να σκάβουν τον μαχαλά,
να παραχώνουν σωλήνες σιδερένιους ύδρευσης
και τσιμεντένιους υπονόμων.
Πώς να σε κρατήσουν αυτά μόνον;
Περιχαρείς εμείς πιτσιρικάδες,
βλέπαμε τα τουρκόσπιτα να πέφτουν
και του εξήντα τα τετράγωνα σπιτάκια,
όσων μπορούσαν, να προβάλλουν.
Σπιτάκια του τούβλου, του ασβεστοκονιάματος
και της βεράντας με το μωσαϊκό,
δύο παράθυρα και μια κολόνα
ανάμεσά τους στη γωνιά κεκοσμημένη
με κόκκινα τούβλα της φωτιάς.
Δέκα με δεκαπέντε χρόνια
θα κρατούσαν όλο κι όλο,
μετά ήρθε το καθαρό μπετόν.

Tότε ήταν που άρχισαν να φεύγουν ένας-ένας
οι φίλοι μου πίσω απ’ τους γονιούς τους
πάνω σε κάτι σαράβαλα ημιφορτηγά
“Ομ” και “Μερσέντες” μπόγους γεμάτα,
άθλια στρώματα κι έπιπλα φτηνά.
Δυο, οι γονείς, κάθονταν δίπλα στον οδηγό 
και τα παιδιά από πίσω, μέσ’ στα πράγματα. 
Ήταν καθώς νομίζαμε όσοι μέναμε, άθλος 
ένα ταξίδι στην καρότσα ως τη Σαλονίκη.
Άλλοι, με δυο ο καθείς βαλίτσες ζαλικωμένοι 
ξεκίναγαν από τα πρακτορεία ΚΤΕΛ
στα πόδια των δικών τους μπερδεμένοι
με λεωφορεία “Μάγγιουρις” ή “Βόλβο”, 
απ' τα γραφεία των ταξί
μ’ εκείνα τ’ αμερικάνικα “Φόρντ Βικτόρια” 
ή τα γερμανικά “Όπελ Ρέκορντ Κάραβαν”.
Αυτοί ήταν για πιο μακριά, για Γερμανία, γι’ Αυστραλία.

Φεύγαν, αφήναν πίσω τους σπίτια ερείπια
το τέλος τους που πλήρωσαν κι απέμενε να πέσουν.
Αυλές μικρές, στενές
τόπος ζωής άλλης και τρόπος.
Λόγο δεν είχαν κανέναν να γυρίσουν
να στυλώσουν, να στεριώσουν,
να μερεμετίσουν.

Άκουγα τότε κάτω απ’ το πάπλωμα κρυμμένος τα βράδια:
“κι εκείνοι φύγανε...εμείς;... τι δεν τολμάς;...”,
“αν μπορούσα...”,
“τι φοβάσαι;...ζωή είν’ αυτή;”
Μείναμε τελικά.

Μείναν
μέχρι που ήρθε ο Δήμαρχος Ανδρέου
κι έστρωσε τ’ άγρια τσιμέντα των εργολάβων της χούντας
με πρόστυχη άσφαλτο 
ενώ τα τουρκόσπιτα πέφταν πάντα ένα-ένα τις Κυριακές 
κάτω απ’ το βλέμμα παιδιών μ’ έκπληκτα μάτια 
και μύξα στην μύτη.

Σε μερικά πήγαν γύφτοι.
Μετά, πολύ πιο αργά, 
ήρθαν οι Πόντιοι απ’ τη Γεωργία.
Άνθρωποι άλλοι.

Ανάρτηση: 12/11/2014 - 15:07

Των γυναικών ΙΙ

Αντιγόνη,
Αγγελική,
Ελευθερία,
Ζουμπουλιά,
Κατερίνα,
Ιωάννα,
Μαρία,
Αγγελική,
Στέλλα,
Ηλέκτρα,
Αστρίς,
Έλλη.

Θέ μου, πόσο αγαπώ τα ονόματα των γυναικών μου …

Ανάρτηση: 20/11/2014 - 20:28

Αγια Βαρβάρα

Ένα παιδάκι είμαι
που βλέπει αμήχανο ομηλίκους
ραγδαία να γηράσκουν
καθώς κατώφλια δρασκελούν
της έγνοιας ενός τοίχου,
μιας λαμαρίνας και μερικών
ηλεκτροφόρων αγωγών.

Στο μπαλαρό πιασμένος είμαι,
στους κλέφτηδες, στους αστυνόμους,
στα σταροχώραφα και στους μπαξέδες
στα όρια των Σερρών,
στο φόβο του δραγάτη
και στο ρυάκι της Αγια-Βαρβάρας
με τις γκιόλες.

Ανάρτηση: 04/12/2014 - 09:35

Λαμπερό πράσινο αυτοκίνητο

Κύλησαν χιόνια απ’ το Μποζ-νταγ και τον Αλή Μπαμπά
ως κάτω στα μπαΐρια του Λευκώνα,
τα βράχια τ’ Αϊ Γιαννιού,
τον κάμπο στα Νταρνακοχώρια.
Η πόλη έμεινε ανέγγιχτη μέσ’ στην ασχήμια της.

Εν μέσω ανοίξεως γλυκείας
ξαφνικά, έτσι κι αναίτια.

Μα εγώ είμαι εδώ
με λόγο ουσιαστικό.
Σε μια ελάσσονα Εφορία ανάμεσα
και μείζονες θανάτους.

Στέκομαι καταμεσής του κάμπου
και τον γενέθλιο τόπο μου κοιτώ.
Ήλιος βόρειος που σκοτώνει,
ανελέητος,
παρέα μ’ άνεμο
που τρελαμένος ξεφεύγει τα στενά της Κρέσνας.

Ένα κοπάδι μαυροπούλια πετάει στα χωράφια,
μπλέκεται με κάτι άσπρα περιστέρια
κι όπως ανακατώνονται
έτσι και ξεχωρίζουν όλα μαζί
-θεωρίες σμήνους-
παλεύοντας τον άνεμο.

Κι εγώ τι κάνω
καθώς οι έφοροι με διώχνουν
κι οι θάνατοι με σταματούν;

Λαμπερό πράσινο αυτοκίνητο πλένω
με παγωμένα νερά και το στιλβώνω.

Ανάρτηση: 04/02/2015 - 20:26

Των γυναικών Ι

Ονόματα εποχών Ανθεστηρίων.
Η Ζουμπουλιά,
η Γαρουφαλιά,
η Μυγδαλένια.

Παράπονο δεν έχω.
Μου έτυχαν τρεις Ζουμπουλιές
στο πλάι μιας Ζαφειρούλας.

Ανάρτηση: 08/03/2015 - 22:25

μήλο

μήλο σκληρό και ζουμερό
κάμπος του εβδομήντα
οπωρώνες συλλογή
τελάρα διαλογή ψυγείο
Σεπτέμβρης στην άκρη της πόλης 
δέκα με είκοσι μεροκάματα
όλα κι όλα

να τρως να μένει το κοτσάνι κι η καρδιά
να μη μπορείς να σταματάς
να φτύνεις μόνον τα κουκούτσια 

Ανάρτηση: 15/03/2015 - 23:01

ηρώον

άλυσος
ορθογωνία
κοφτερή και μαύρη
συνδέουσα κιόνια
με δύο δάχτυλα άσβεστο
γερά την μνήμη να καλύπτει

ωραίοι άνδρες
χρυσόχροες
ασημόχροες
πλην όμως νεκροί

να ‘χουν οι μύγες όρεξη
να τρών' ορείχαλκο την άνοιξη

αλεξικέραυνος
έγινα μάνα μ’…
όχι τ' αγάλματα δεν πονούν
ούτε εκδικιούνται

Ανάρτηση: 17/03/2015 - 13:25

νι τελικόν

Το εύηχον τούτο νι
που διαρκώς με κυνηγάει
σαν ήχος καμπάνας,
απόγευμα συννεφιασμένης μέρας,
σχέσιν έχει στενoτάτη με το καμπαναριό
της Βαγγελίστρας των Καμινικίων
αντίκρυ στο παράθυρό μου
όπου η γιαγιά μου, η μάνα μου κι εγώ
είδαμε τον κόσμο ν’ ανοιγοκλείνει το μάτι πονηρά
κι εμείς επί κι εντός του εβιώσαμεν.

Ανάρτηση: 24/03/2015 - 21:54

Στρυμών

πώς να κρατήσεις με δυο χέρια
έναν Στρυμόνα τον Απρίλη
και πού να πάει
τόσο χιόνι απ' τα βουνά

Ανάρτηση: 30/03/2015 - 08:37

Γεια σου μπάρμπα Μενεξέ

Μ’ έλεγε ο γέρο-Μενεξές
κατάλευκος και παλαιός των εξοριών:
«είνι σα να σι κάψανι του σπίτ’ σ’
κι ισί να ψάχνς στις στάχτις κάνα ξύλου,
τίπουτις άχυρα κι πέτρες, 
να του ξαναστήεις»

Έτρεχα απ’ την Ζηλιάχοβα ως και το Ροδολίβος
κι από την Ηλιοκώμη στην Αμφίπολη
να συμμαζεύω τα καμένα.

Κάτι έγινε· 
όταν όλος ο κόσμος βούλιαζε,
εδώ έμειναν κάτι βάρκες 
του βάλτου μπλάβες 
στον Αχινό και στο Δοξόμπους 
να πιαστείς.

Ποιος να το καταλάβει, πώς
αν δεν βραχτεί ...

Ανάρτηση: 01/02/2016 - 14:12