Άσπρο, κατάλευκο, νυχτερινό πουλί
μέσα στα ρύζια που θερίζουν
άγαρμποι και χοντροί,
μηχανοκίνητοι αγρότες
στο μέσο της κοιλάδας,
στην ομίχλη του Στρυμόνα.
Τρομάζεις απ’ τους προβολείς και τα μουγκανητά
θηριωδών αλωνιστικών ερπυστριοφόρων
που και τη νύχτα κάνουν μέρα
καθώς ρημάζουν το ψεύτικο γιατάκι σου,
πετάγεσαι αλαφιασμένο
κι είσαι έτοιμο να πέσεις
στο παρμπρίζ του Scoda μου.
Κι εγώ μεταλαμβάνω τρόμο
στο σεληνόφως του Νοέμβρη
όπως έχω αφήσει πια πίσω μου τα Κρούσια
με δάκρυα ακατανόητα
για ζωές χαμένες πενήντα χρόνια πίσω,
αγαπημένες μα άτυχες,
μνήμες εμφυτευμένες σε νουν παιδικό.
Τι είσαι ρε άτιμο;
Ποια ψυχή που πασχίζει να σωθεί,
από ποιες αμαρτίες;
Ποια ιδέα μοναχική;
Ποιο γλαροπούλι χαμένο
εκατό χιλιόμετρα απ’ τη θάλασσα;
Ποιος πελεκάνος τόσο μακριά απ’ τη Κερκίνη;
Πού γυρνάς και ποιον ψάχνεις;
Ή μήπως θέλεις να μου κάνεις συντροφιά;