Μ’ έλεγε ο γέρο-Μενεξές
κατάλευκος και παλαιός των εξοριών:
«είνι σα να σι κάψανι του σπίτ’ σ’
κι ισί να ψάχνς στις στάχτις κάνα ξύλου,
τίπουτις άχυρα κι πέτρες,
να του ξαναστήεις»
Έτρεχα απ’ την Ζηλιάχοβα ως και το Ροδολίβος
κι από την Ηλιοκώμη στην Αμφίπολη
να συμμαζεύω τα καμένα.
Κάτι έγινε·
όταν όλος ο κόσμος βούλιαζε,
εδώ έμειναν κάτι βάρκες
του βάλτου μπλάβες
στον Αχινό και στο Δοξόμπους
να πιαστείς.
Ποιος να το καταλάβει, πώς
αν δεν βραχτεί ...