Στο πένθιμο χτύπημα της καμπάνας
έλεγε η μια: “κιουμ κιουμπερλίκ* μπρε μάνα;”
κι η άλλη απαντούσε: “ε, όποιανου τουν πιθήνισκι**”.
Τρεις άλλες γλώσσες να μου μάθουν πήγαν.
Άλογοι δάσκαλοι,
από καθέδρας ειδήμονες του εγωισμού τους μόνον.
Ζηλωτές κι αντάρτες του λόγου και της πράξης,
επί αθωότητος παιδικής ολετήρες ελπίδων.
Ανούσιοι, γλυκανάλατοι εραστές του ωραίου και της
αλήθειας,
τόλμην μη έχοντες, τόλμην διδάσκοντες μα και συμβιβασμούς
αράδα,
το θάρρος κηρύσσοντες κρυμμένοι απ’ το δείχτη τους πίσω.
Ποτέ κανείς τους όμως δε μπόρεσε να υποψιαστεί
πως εγώ τη μάνα μου και τη μάνα της πρωτίστως
αγαπώντας,
την ανάσα και την τσακισμένη ελληνική τους,
σύμμεικτον με ξενικά ακούσματα,
εντόπια όμως
όσο κι ο καπνός, τ’ αμπέλια στα μπαΐρια των Σερρών,
η ντομάτα τ’ Αϊ Γιαννιού,
τα τουρκόσπιτα με την ποταμίσια πέτρα
που πέφτουν μόνα στα Καμινίκια τις Κυριακές,
διαφορά καμία δε βρήκα αισθητή.
Αγάπησα η αλήθεια είναι και τις τρεις,
στο χάος που φτιάχναν όλοι κι επιχαίραν,
εγώ, λίγο απ’ το όντως ον μπόρεσα κι είδα
καβαλώντας -που να φανταστούν!-
του Παππούλη μου τ’ άλογο, της πιθανότητας
και της στοχαστικής διαδρομής,
εν μέσω καταστρεπτικού θορύβου κι απειλητικών
παρεμβολών,
καλπάζοντας σε διαλείποντα στροφήρη μονοπάτια
ημιτονοειδή του σήματος.
Τις πήρα χέρι το χέρι να δουλέψω
μιας κι εργαλείο γύρευα,
κώδικα πλαστικόν και προσαρμόσιμον
στην του Στρυμόνος μου περίκλειστην κοιλάδα,
στα χαμηλά βουνά ολόγυρα της.
Γλώσσα του αέρα και της υγρασίας,
αυτών που ήλθαν, αυτών που φύγαν,
αυτών που πέρασαν νύχτα.
________________
*ποιος πέθανε
**όποιος ήταν να πεθάνει