Ο τελευταίος τρύγος, Κική, ήτανε το 72.
Μετά, ένα τρακτέρι με μια τεράστια αλυσίδα από πίσω,
μπήκε στ' αμπέλι κι άρχισε να ξηλώνει κούρβουλα.
Έδενε ο παππούς, τραβούσε εκείνο μέσα στη σκόνη.
Έμεινε ένα κατακαημένο σταροχώραφο.
Έχω τώρα δυο τρεις συνάδελφους,
είχανε από πάντα τον καιρό τους.
Περίσσεψε χρόνος και βαρεμάρα,
το είπε και η μόδα,
αγόρασαν χωράφια έξω απ' τη Σαλονίκη,
βάλαν αμπέλια και γίνανε ντεμέκ κρασοπαραγωγοί.
Τους ακούω να μιλάν,
τους βλέπω ν' ανταλλάζουν τα κρασιά τους,
σιωπώ και κρύβομαι.
Άλλοι καιροί, άλλος κόσμος.
____________
*Angeliki Dimaki-Adolfsen