Εργάτες θυμάμαι
με μπλε παντελόνια,
με φανελένια πουκάμισα καρό,
-τέτοια που έραβε η μάνα μου να μ’ αναστήσει-
να σκάβουν τον μαχαλά,
να παραχώνουν σωλήνες σιδερένιους ύδρευσης
και τσιμεντένιους υπονόμων.
Πώς να σε κρατήσουν αυτά μόνον;
Περιχαρείς εμείς πιτσιρικάδες,
βλέπαμε τα τουρκόσπιτα να πέφτουν
και του εξήντα τα τετράγωνα σπιτάκια,
όσων μπορούσαν, να προβάλλουν.
Σπιτάκια του τούβλου, του ασβεστοκονιάματος
και της βεράντας με το μωσαϊκό,
δύο παράθυρα και μια κολόνα
ανάμεσά τους στη γωνιά κεκοσμημένη
με κόκκινα τούβλα της φωτιάς.
Δέκα με δεκαπέντε χρόνια
θα κρατούσαν όλο κι όλο,
μετά ήρθε το καθαρό μπετόν.
Tότε ήταν που άρχισαν να φεύγουν ένας-ένας
οι φίλοι μου πίσω απ’ τους γονιούς τους
πάνω σε κάτι σαράβαλα ημιφορτηγά
“Ομ” και “Μερσέντες” μπόγους γεμάτα,
άθλια στρώματα κι έπιπλα φτηνά.
Δυο, οι γονείς, κάθονταν δίπλα στον οδηγό
και τα παιδιά από πίσω, μέσ’ στα πράγματα.
Ήταν καθώς νομίζαμε όσοι μέναμε, άθλος
ένα ταξίδι στην καρότσα ως τη Σαλονίκη.
Άλλοι, με δυο ο καθείς βαλίτσες ζαλικωμένοι
ξεκίναγαν από τα πρακτορεία ΚΤΕΛ
στα πόδια των δικών τους μπερδεμένοι
με λεωφορεία “Μάγγιουρις” ή “Βόλβο”,
απ' τα γραφεία των ταξί
μ’ εκείνα τ’ αμερικάνικα “Φόρντ Βικτόρια”
ή τα γερμανικά “Όπελ Ρέκορντ Κάραβαν”.
Αυτοί ήταν για πιο μακριά, για Γερμανία, γι’ Αυστραλία.
Φεύγαν, αφήναν πίσω τους σπίτια ερείπια
το τέλος τους που πλήρωσαν κι απέμενε να πέσουν.
Αυλές μικρές, στενές
τόπος ζωής άλλης και τρόπος.
Λόγο δεν είχαν κανέναν να γυρίσουν
να στυλώσουν, να στεριώσουν,
να μερεμετίσουν.
Άκουγα τότε κάτω απ’ το πάπλωμα κρυμμένος τα βράδια:
“κι εκείνοι φύγανε...εμείς;... τι δεν τολμάς;...”,
“αν μπορούσα...”,
“τι φοβάσαι;...ζωή είν’ αυτή;”
Μείναμε τελικά.
Μείναν
μέχρι που ήρθε ο Δήμαρχος Ανδρέου
κι έστρωσε τ’ άγρια τσιμέντα των εργολάβων της χούντας
με πρόστυχη άσφαλτο
ενώ τα τουρκόσπιτα πέφταν πάντα ένα-ένα τις Κυριακές
κάτω απ’ το βλέμμα παιδιών μ’ έκπληκτα μάτια
και μύξα στην μύτη.
Σε μερικά πήγαν γύφτοι.
Μετά, πολύ πιο αργά,
ήρθαν οι Πόντιοι απ’ τη Γεωργία.
Άνθρωποι άλλοι.