Κι οι ρίζες σου;
Πού άφησες τις ρίζες σου,
σε ποια γωνιά τις ξέχασες;
Πού είναι ’κείνο το παχύ σου σίγμα,
το συριστικό που φώναζε
‘Σίρις,
Σίρις,
Σίρις...’
Εκείνο το νι το τελικόν,
το πανταχού παρόν και τα πάντα τελευτών.
Οι κομμένες καταλήξεις,
τα φανερά σου τούρκικα,
τ’ απόκρυφά σου σλάβικα
παραγεμίσματα των λόγων
που μακριά απ’ τον τόπο σ’ έκαναν να κοκκινίζεις,
κι εκείνα τα παράταιρα αρχαιόπρεπα,
τ’ ανοίγματα στον ουρανό.
Και τώρα μου μιλάς γλώσσα που δεν καταλαβαίνεται,
φοράς ρούχα που σε ξεφτιλίζουν,
κουνιέσαι και λυγιέσαι σαν πουτάνα.
Άει και γαμήσου,
εξωνημένε.