Είστε εδώ

το σίδερο

ήτανε Μπάφραλης δύσμορφος μεγαλοκέφαλος 
γέρος και συγγενής εξ αγχιστείας μακρινός
χωριά του βάλτου και της λάσπης 
Τράγηλος Αχινός Μαυροθάλασσα 
είχε πέσει ο μπαμπάς στην ανάγκη του 
τον φιλοξένησε κάποια βράδια 
όταν εδούλευε στην αποξήρανση της λίμνης τ’ Αχινού

είχε γλυτώσει στο Κιλκίς 
και δεν εγλύτωσε απ’ τα χέρια του κανείς δικός μας 
στην επικράτεια του

ήρθε στο σπίτι νύχτα 
με μία χλαίνη στρατιωτική βαμμένη μαύρη
ήμουνα νήπιο κι ο Γιαννάκης μας μωρό στην κούνια 
πώς να του πει όχι του φονιά

μάνα και κόρη είδαν που έβγαλε το όπλο
και τό ‘βαλε κάτω από τ’ άσπρο μαξιλάρι 
καθώς του έλεγε ‘ιγώ Θύμιου μ' χουρίς σίδιρου δεν κάνου’

την άλλη μέρα το πρωί τον ξεπροβόδισε 
‘θείο να μην ξανάρθεις
το σπίτι έχει μωρά κι έναν χαμένο’

κοιμήθηκα παιδί μια νύχτα 
ανάμεσα σε δύο παραμπέλουμ
ένα κρυμμένο μες σε βόθρο 
και ένα κάτω από άσπρο μαξιλάρι 
νυφιάτικο

 
Ανάρτηση: