Αεικίνητον.
Πόθε μου μαύρε, σκοτεινέ.
Πήδημα πάνω από φράχτη με σύρμα αγκαθωτό
κήπου απαγoρευμένου μιας κερασιάς κατάφορτης
καρπούς που λάμπουν στο μεσημέρι άνοιξης γλυκιάς
που πάει να γίνει καλοκαίρι.
Πώς να σ’ αρπάξω; Πώς;
Τον Μπαμπλιαχάτσα, τον Αμπούτσο να γελάσω,
τους τρομερούς δραγάτες, και στιλπνόν ποδηλατάκι μου
αχ να σε φτάσω, να ξεφύγω
με τ’ άσπρο φανελάκι μου καρπούς γεμάτο,
όλος κατακόκκινα ζουμιά, κορμάκι κι ύφασμα.
Αεικίνητον.
Δεν σ’ έπιασα ακόμη.
Στα μονοπάτια γνώσης δυσκολότατης βαδίζω.
Μια τέχνη που δεν μ’ αγαπάει αγαπώ.
Ακόμη τρέχω επί σκουριασμένου ποδηλάτου
γελοίος πια, ενήλιξ ποδηλάτης, ανοήτως ριψοκίνδυνος
λεωφόρους ταχυτάτων οχημάτων διασχίζω.
Κι ακόμα ελπίζω, εν απορία διατελών.