Κλάμα είναι ό,τι θέλει από μέσα μου να βγει.
Κλάμα μοναξιάς απέραντης
σε δρόμο στρωμένο κιτρινισμένα φύλλα λεύκας,
καθώς βαδίζω στην κοιλάδα του Αγγίτη,
κρυμμένου ποταμού ανάμεσα στη Δήμητρα και τη Μυρίνη.
Κλάμα για όσους στέκονται στα υψώματα ένα γύρο
και με παρατηρούν με μάσκες αποξηραμένης άσπρης λάσπης,
την αγωνία μου μετρώντας και τις αντοχές μου.
Τα βήματά μου, ως φαίνεται, είναι γερά ακόμη.
Δεν το τολμούν. Τ’ αχρηστευμένα όπλα μου
πρέπει να τους τρομάζουν. Ας είναι...
Κύμβαλα, σάλπιγγες, άναρθρα τραγούδια
όσων ξεκίνησαν και με καταδιώκουν ακούγονται αρκετά μακριά.
Πίσω μου, τα τρελά λιοντάρια κι οι μινώταυροι
κι εγώ ακάλυπτος βαδίζω στα οκτωβριανά μου
αυτά στενά της θλίψης και της εγκατάλειψης,
τραβώντας ίσα στα ριζά των υψωμάτων με τα οργωμένα τους χωράφια,
για τις γραμμές του τρένου που πάν παράλληλα με το ποτάμι.
Χέρι κανένα και βοήθεια καμιά.
Για μια ζωή ολόκληρη άλλους κουβαλούσα.
Αδύναμους, γυμνούς, κατατρεγμένους
κι από καμιά φορά δόλιους φτωχορουφιάνους.
Άλλους παρέδωσα σωστούς, άλλους μισούς, άλλοι μ’ αφήσαν
κι’ άλλοι γονάτισαν ξέπνοοι στα χαντάκια και στη λάσπη.
Δυο τρεις μ’ ακολουθούν ακόμη. Πού να πηγαίναν άλλωστε;
Δυο πόδια και δυο χέρια μόνον είχα.
Ένα μυαλό για να ξεφεύγω και ν’ αντέχω. Και μνήμη πέτρινη.
Για τους χρησμούς και τα μηνύματα, τον κώδικα.
Κλάμα είναι ό,τι θέλει από μέσα μου να βγει...
Γνώση απερίσκεπτη ενός κάμπου στο μέσο των γλυκών βουνών.
Γνώση που ξέφυγε το μέτρο του κοινού και γίνεται επικίνδυνη.
Και πρέπει επομένως να χαθεί.



photos: Dimitris Georgitzikis