πίσω απ' τον κεντημένο αυτόν τουρκότοιχο
έμενε ο Νάσος· επίσημος ζητιάνος μ' ένα πόδι
με την Ουρανία του κι οι δυο τους βρωμεροί
ήτανε φοβερός στην όψη
με έναν σβέρκο πληγιασμένο
όλο σπυριά και τρύπες κάτι τον κατέτρωγε
οι Θρακιώτες το ονομάζαν σφαλακιά
λέγαν πως σκότωσε εν μέση οδώ μέρα μ’ ένα τσεκούρι
στ' Αραμπατζή μαχαλά τον ιατρό Πετρόπουλο
για ένα πεντακοσάρι
όλοι γνωρίζαν και κανένας τους δεν μίλησε
ήταν ο χρόνος που σκοτώνανε αράδα εαμικούς
θυμάμαι μόνον την χαροκαμένη Αντιγόνη της επιμελητείας του αντάρτη
στα δύσκολα να με στέλνει με το ζόρι κι ένα πιάτο φαί
σύρε στον Νάσο μπρε και την Ουρανία
αριστερά μπροστά είναι το σπίτι μας
στρογγυλεμένες πέτρες ποταμίσιες
στρογγυλεμένα εγκλήματα του μοναρχοφασισμού
υγ
κι αν η παμπάλαιά μου λέξη κάποιους ξινίζει
άγαρμπη μέσα σε κόσμια στιχηρά
στα απαυτά μου· τα στρογγυλέματα αλλού
