Photo: Athanasios Athanasiadis
Κατακαλόκαιρο του κάμπου, τέλος μεσημεριού.
Ο μπαμπάς ημίγυμνος ξυρίζεται,
μυρίζει η κλειστή αυλή μοσχοσάπουνο Ερμής.
Ταραχή, ένα φορτηγό ανοιχτό πίσω
χτυπάει στο καλντερίμι και την άρρωστη λάσπη.
Όλοι στις πόρτες.
Οι πιο μικροί τρέξαν ξυπόλυτοι.
Εδώ που βγαίνουν αυτά τα δέντρα στα δεξιά ήταν το σπίτι,
ο τοίχος με την τσιμεντογωνία έγινε μετά,
στην εποχή της εγκατάλειψης.
Θυμάμαι έναν φράχτη με σύρμα και πέτρα ποταμίσια.
Ήταν της Τότσκινας – πάντα σχεδόν παίρναν τ’ όνομα της
γυναίκας.
Ξεφόρτωσαν τον σκοτωμένο σαν σακί,
οι άλλοι τρεις στην καρότσα ήταν για δυο δρόμους
παραδίπλα.
Ήταν ίσως η αγκούσα ή έπεσε ο φερές.
Στου Περδικάρη ή του Παπαντωνίου τα λιγνιτωρυχεία.
Τα δυο παιδιά του πάντως, χαίρονταν μαζί μας
– δεν ξέραμε τίποτα από θάνατο,
κι ας ήταν καθισμένος σ’ όλες τις γωνιές.
Ξέραμε όμως όλοι από σκάψιμο
– τι χρυσός, τι κάρβουνο, οι άνθρωποι ένα τέλος έχουν.
Γιατί μετά από χρόνια τόσα μου ξεσκίζετε τα σωθικά;
Αυτή η πόλη σε πληγώνει όπου κι αν κρυφτείς,
ακόμη και μ’ αυτά τα πρόστυχα, τα άυλα bit.
________________________________
[Κάθε φορά που γίνεται ατύχημα σε ορυχείο, όπου στον κόσμο, σφίγγεται η ψυχή μου. Ελάχιστοι στις Σέρρες εργάτες της ηλικίας του πατέρα μου δεν πέρασαν απ' τις γαλαρίες του Περδικάρη και του Παπαντωνίου. Οι υπώρειες του Λαϊλιά είναι ακόμη τραυματισμένες. Το βλέπεις όταν ανεβαίνεις στον Αϊ-Πρόδρομο, ή από τον Λευκώνα πας για Βύσιανη ή Ξηρότοπο. Αρκεί να έχεις μια ιδέα από γαλαρίες.
Οι τελευταίοι ελεύθεροι λιγνιτωρύχοι-γαλαριώτες δούλευαν μέχρι τα μέσα του εβδομήντα. Ο Θοδωράκης, ξάδελφος πρώτος της μάνας μου, ο Πάσχος απ’ τους Αγιανάργυρους και κάνα δυο Κορμιστινοί πρέπει νά ‘ταν οι τελευταίοι που ήξερα. Τότε πια έσβησαν οικονομικά και βιολογικά.
Τα ατυχήματα, η αγωνία για τους δικούς σου μέσα στην γαλαρία, οι συχνοί θάνατοι ήταν της κάθε μέρας.]
