Περίμενες τέτοιαν ώρα, ε;
Ν' αλλάξουν τα νερά του ποταμιού.
Να ξεκινήσεις για τον τόπο του σεΐχη...
Κι εγώ ανύποπτος έπεφτα για ύπνο στην Σαλονίκη μόνος.
Τι να σου κάνει ένας άντρας, άχαρος, σ' αυτά;
Αυτή ήταν δουλειά δικιά σας.
Με θυμηθήκατε κι οι δυο αγκαλιασμένες το πρωί.
Ας είν' καλά η Σούλα κι ο Βαγγέλης απ' απέναντι.
Αυτοί είχαν τηλέφωνο, εμείς όχι.
Όταν σε άγγιξα ο ήλιος ήταν ψηλά.
Στους δρόμους γιόρταζαν ακόμη οι ανόητοι εν αγνοία
και μόνο εγώ που σ' έσφιγγα ένιωθα μέσα μου το γιατί.
Photo: Jonas Adolfsen