Βραχνή, βαριά, αργόσυρτη η φωνή του,
ξέρει πού πάει νωχελικά,
κρατάει καλά τον μυστικό ρυθμό της
αφήνοντας τον Λόγο λίγο-λίγο.
Ανάσα πρωινού,
ύστερα από μηνών αγκομαχητό.
Έμπνευση σαλεμένου ράδιο-παρουσιαστή,
επ’ ευκαιρία θανάτου ξαφνικού
μελετητή άξιου και στοιχειοθέτη,
ληξίαρχου, καταγραφέα
-αν ο μελίρρυτος λόγος μπορεί βέβαια
να ταξινομηθεί και να ερευνηθεί,
εκτός από να ειπωθεί.
Σεφέρης λοιπόν κι αλυσοπρίονα μαζί,
στα χέρια πρώην καταδίκων,
νυν κηπουρών των πανεπιστημιακών μας κήπων
που εντρυφούν σε προγράμματα κοινωνικής επανένταξης.
Κι από κοντά ΒΜW και πρόσωπα εμπόρων
νέων, όπως νομίζεται, τεχνολογιών.
Όλα μ’ αγγίζουν και δεν μ’ αγγίζουν
όλα μ’ αφήνουν και προχωρούν.
Εξαίσια νεανικά κορμιά
ενδεδυμένα δρόσον πρωινή,
θέρος κι ελαφρότητα
ηδυπαθή περιφέρονται
στον περίβολο του Ιερού μας
όπου αδιαλείπτως πραγματεύεται
ο Λόγος
σαν εμπόρευμα κοινό
-σιτηρά ας πούμε, καλαμπόκι,
εδώδιμα προϊόντα, εγχώρια ή αποικιακά-
από λογαμοιβούς σε παραπήγματα αυθαίρετα,
σ’ ανταλλακτήρια θέσεων.
Ώ μεγαλείον της αλλαξοκωλιάς!
Όμως, εγώ το ξέρω πως
κόντρα σ’ όλα, πάντα και παντού
ο Λόγος πραγματώνεται
σαν κώδικας στης γλώσσας,
στης φωνής, στων ήχων
τους πλεονασμούς. Και πως
λίγος μόνον αρκεί και φτάνει
για να γεμίσουν ως και δέκα πουκάμισα αδειανά.
Πολύς, μπορεί και ύβρις νά ’ναι.