Δεν μ’ εκτιμάει η Εθνική μου Τράπεζα.
Δεν έχω πίστιν αξιόλογη γι’ αυτήν.
Την έχω μάλλον απολέσει ολωσδιόλου.
Τα δεκαεπτά έτη συνεχούς
διδαχής ερωτικής κι απεγνωσμένης έρευνας,
η πίστη σε ήθος και ιδανικά,
η απαρέγκλιτη εφαρμογή των σχετικών νόμων
δεν μετρούν διόλου.
Ούτε τ’ ό,τι κατάφερα και τα παιδιά μου μοναχός ανάστησα
κι έγιναν έντιμοι πολίτες, άξιοι της πατρίδος καθώς λεν.
Ό,τι για τη μεγάλη φίλη μου μετρά
η μίζερή μου δήλωση στην εφορία είναι.
Και τα ειλικρινώς αναφερόμενα σ’ αυτήν
τρία εκατομμύρια γλίσχρου ετησίου εισοδήματος
αντιστοιχούν -αν εγκριθεί- σε δάνειο αστείο
το πολύ πεντακοσίων χιλιάδων.
Κι ας χρόνια τώρα ολόκληρα μου κρατά,
αφού ο αφελής την εμπιστεύτηκα,
ό,τι με βάσανον πολύ αποταμιεύω.
Δυο άφιλοι υπάλληλοι, σ’ ένα ανώγειο θλιβερό
πάνω απ’ την πολυτέλεια του λαμπερού ισογείου
μου έκοψαν απότομα και βλοσυρά ελπίδα πάσα,
τρώγοντας μπουγάτσες.
Μου πέρασε μάλιστα για μια στιγμή
η υποψία πως ο ένας χαμογελούσε ειρωνικά
κάτω απ’ το λιγδιασμένο μούσι του.