Της ταπεινή σου θέσης τ’ άθλια
υπολανθάνοντα προνόμια
πόσες σου κόστησαν άραγε γονυκλισίες
και καταρρεύσεις ανεπανόρθωτες του εγωισμού σου;
Τη μέση σου κατά πόσα ακτίνια
η ένδοξη κατάκτησή τους έκλινε;
Γραμμάτια ανεξόφλητα ολόκληρης ζωής,
χρέος στη πλαστική σου υπόσταση
μόνιμο κι άλυτο δια βίου.
Γιατί Θε μου, για πόσα αργύρια,
για να βιώσεις ποιόν βίον και πάλιν αβίωτο;
Της εταίρας το αιδοίον θαρρώ πιο έντιμο νά ’ναι.
Το δοξάζω, το τιμώ την χαρά ότι δίνει,
τον πόνο ότι σβήνει
και ψωμί καθαρό την κυρά του χορταίνει.
Λειτουργέ του δημόσιου βίου, χαίρε!