Είστε εδώ

Ο Δάσκαλος

Ο Δάσκαλος ήταν ανέκαθεν δυσκοίλιος.
Η ποίησή του αχαμνή,
νερόβραστη κι αναιμική,
για ιδέες και εικόνες σχολαστικά μιλούσε όλο,
πρότυπα ακίνητα και στασιωτικά του κόσμου,
πράγματα ανούσια και προφανή
ήθελε ν’ αποδείχνει με το λογικό του μόνον.
Άσε που τους θεούς του φοβόταν κι αγαπούσε
κι όλο τους ανακάτωνε στην τέχνη του κρυφά,
όταν μπορούσε βέβαια και το σήκωνε ο καιρός.
Τη θέση του κοίταγε να φυλάξει φυσικά ο άνθρωπος
από ασεβείς αιρετικούς, θρασυτάτους υλιστάς ή αισθητικούς.
Τους υποταχτικούς του συνέχεια αναδιέταζε,
σχήματα, ταχτικές, στρατηγικές και τα λοιπά,
όλο συσκέψεις και λογαριασμοί, χαρά καμία.
Το μέλλον να ταιριάξει ήθελε καθώς λιγόστευε ο χρόνος
και να το φτιάξει κατά πως αυτός σκεφτόταν
για τα δικά του πρόσωπα -παιδιά, φίλους, παραπαίδια-
και, τέλος πάντων, για της στρυφνής του σκέψης τη διαιώνιση.

Ξάφνου όμως ένα πρωινό,
λίγα φεγγάρια πριν το τέλος της καριέρας,
η ενάργεια βάρεσε κατακέφαλα
έναν αγαπημένο του βοηθό
που έμπλεος θάρρους κι αφελείας αναφώνησε:
“Μα ο Δάσκαλος είναι δυσκοίλιος!”

Κι όλα ένα γύρω κατέρρευσαν.