Επλήρωσα σήμερα το πρωί,
πέμπτην του τρέχοντος μηνός,
το μηνιαίον μίσθωμα της οικογενειακής μου στέγης,
στο ένα δεύτερο ανερχόμενο
του μηνιαίου μου μισθού
ως λειτουργού του δημοσίου βίου.
Είμαι ευτυχής λοιπόν,
διότι επί έναν μήνα ακόμη
δε θα είμαι άστεγος
και θα μπορώ να επιτελώ
απερισπάστως τα σοβαρά εκπαιδευτικά
και ερευνητικά μου καθήκοντα,
ως δάσκαλος πανεπιστημιακός
κι ανίατος θεραπευτής του Λόγου
στης Μητροπόλεως μας το Ανώτατον Ίδρυμα.
Είναι επίσης βέβαιον,
ότι κι οι φοιτητές μου θα μ’ εκτιμούν
για έναν μήνα ακόμη,
αφού γνωρίζουν πως ο δάσκαλός τους
στέγην έχει.
Βέβαια, εδώ και αρκετό καιρό,
κρυφίως εξοικονομώ τα προς το ζην μόλις απαραίτητα,
πωλών τοις μετρητοίς ό,τι έχω να πουλήσω,
το περιεχόμενο δηλαδή της κεφαλής και της ψυχής μου μόνον.
Αναρωτιέμαι πλειστάκις πάντως,
μήπως φταίω και σε τι,
που εδώ στο βασίλειο της ανταλλαγής του τίποτα και των ανέμων,
σε πολιτείες εργολάβων και κομητείες υδραυλικών,
περιδιαβαίνοντας δρόμους πλήρεις απροσδιορίστων καταστημάτων
των όντων τη φύση εκυνήγησα με τόσην ανεξήγητην επιθυμία.