Δέκα μαντράχαλοι,
γύρω από μια λεύκα
μαζεύτηκαν πρωί χειμώνα με Βαρδάρη.
Κι ένας μαλάκας μ’ αλυσσοπρίονο
κόβει κλαδί-κλαδί απ’ τα χαμηλά
την ομορφιά της ξεραμένη.
Τη λεύκα αυτήν την ξέρω,
είκοσι δύο χρόνια τώρα,
μεγάλωνα μαζί της.
Κολλήσαμε φαίνεται
στου ίδιου τόπου την κόκκινη λάσπη,
στην ίδια ιδέα
στην ίδια αναίτια προσμονή.
Τώρα μόνον διαπιστώνω
πόσο σπουδαία σχέση είχαμε.
Κάθε που την έβλεπα μπροστά μου
μια σκέψη φευγαλέα
μου γαργαλούσε το μυαλό:
“Τι δέντρο όμορφο, Θεέ μου!”