ω Εγνατία νέα
μακρύς τάφος προσφύγων
τι νέο κανάλι θανάτου είναι αυτό που φτιάξατε
γύρω απ' το fortress Europe σας
"γεωγραφικά πλάτη: 38°52'37.51"Β΄και άνω "
κοντά τριάντα χρόνια βασανίζομαι να συμμαζέψω κάτω απ’ τις λέξεις "Βόρειο Αιγαίο" όλη την θάλασσα που αγάπησα εγώ ο καμπίσιος
φέτο σκέφτηκα να τραβήξω μια γραμμή εδώ στον Ασπού της Σκύρου από Ανατολή σε Δύση από την Κύμη της Αιολίδας ως την Κύμη της Εύβοιας
από πάνω εγώ κι από κάτω σκέτη πέτρα 25/8/18
ω Εγνατία νέα
μακρύς τάφος προσφύγων
τι νέο κανάλι θανάτου είναι αυτό που φτιάξατε
γύρω απ' το fortress Europe σας
μείναμε μόνον δύο στον ερειπιώνα των Σταγείρων
ένας παλαιός πολεμιστής ανάπηρος και ξεροκέφαλος
με βακτηρία και τρεις τρύπες στο κεφάλι
κι ένας θρασύτατος έφηβος
η Μακεδονική φρουρά δεν μας καλοβλέπει
καθώς χασκογελούμε στα χαλάσματα της στοάς
μα εμείς θα μείνουμε
την απόφαση την πήραμε
κι ας πάει ο Φίλιππος να γαμηθεί
photo: E. C. Dimakis
πάλι στην Άκανθο απ' έξω σέρνομαι
αυτή την φορά κουτσός με βακτηρία
πέντε άθλιους χρόνους ύστερα
με προσπερνούν οι δυο βαριοί οπλίτες που συναγωνίζονται
ο Άνδριος και ο Χαλκιδεύς
πού να τα φτάσεις αυτά τ' αγριεμένα παλικάρια
που τρέχουν να καρφώσουν δόρατα στην ξύλινη πύλη της πόλης
εσύ ένας αφελής Ήδωνας αυτούς αποικιστές του νότου
ας είναι
έχω παιδιά κι εγγόνια να φροντίσω
photo: Christos E. Dimakis
https://blog.moudaniwn.gr/2019/09/15/menhir-ena-proistoriko-anaglyfo-apo-akantho/
όπου αν της ξεφύγει λίγο η εσθήτα της
μια φλέβα κάτασπρο μάρμαρο
ή ατόφιο κόκκινο μέταλλο προβάλλει
αυτά λιμπίστηκαν οι Πάριοι τότε
και η παρέα των πειρατών του Αρχίλοχου
ή του μπαμπά του του Τελεσικλή
και κόλλησαν εδώ για πάντα ...
θα φεύγουμε
όσο υπάρχουν πόρτες ανοιχτές
στενά αφύλαχτα και θάλασσα
θα φεύγουμε
στο πέτρινο λιμάνι του Δεδέαγατς
δίπλα στα τραίνα
στο πλάι των ερειπίων του βομβαρδισμένου μύλου
πώς να το βάλει το εξάχρονο μυαλό μου
είδα για πρώτη φορά θάλασσα
πώς να το φανταστώ
ότι τ' αλάτι της για πάντα θα με τύλιγε
και θα γινόμουν περιφερόμενη στήλη άλατος
στου Βόρειου Αιγαίου τις ακτές
για να κοιτάω στο Νότο
και νά 'χω στην πλάτη μου
προγόνους και Βυζάντια
όλο το βάρος και το βάθος της Ευρώπης
και την ιστορία της κόκκινη ν' αχνίζει ακόμη
ένα παιδάκι ήμουν
νήπιο απ΄ την βάλτα του Στρυμόνα
και το έλος της Κερκινίτιδας
μεγάλωσα ανάμεσα σ' ερείπια και χαλάσματα...
δεν πέρασα από τόπον άλλον
με τόση πολλήν εγκατάλειψη
εδώ δεν φτιάχναν τα ρημάδια
δεν τα στηλώνανε· τ' αφήναν
να τα λιώνει ο καιρός ο αέρας το νερό
σχεδόν πάντα αρχινούσαν κάτι καινούριο δίπλα τους
που δεν προλάβαινε καν να τελειώσει
ρήμαζε μισοτελειωμένο
αυτός ανέσκαπτε ...
... κι εβάδιζε ήρεμος
ανάμεσα σ' αρχαίες πέτρες χωρίς να τις πληγώνει ...
... δεν τον πολυένοιαζε μάλλον
σε ποιον θ' ανήκουν οι πέτρες
όποιος κι αν είναι
λιγότερο από εκατό χρόνια θα ζήσει
αυτός ανέσκαπτε τον αιώνα
το ήξερε αυτό κι ήταν ωραίος κι ευτυχής
αχ
γιατί εσείς ωραία μου αγόρια
περήφανοι ψαράδες
του γαύρου της σαρδέλας και του σαφριδιού
να ζητιανεύετε τα γαριδάκια
του κάθε κατεστραμμένου μαλακοτουρίστα
Ι.
Λέσβος διπρόσωπη, παρατημένη.
Ως πότε θ’ ασελγούν σ' αυτές τις πέτρες;
Επάκτιες οχυρώσεις, κρυμμένες ύπουλα
σ΄ ακρογιαλιές με σκόρπιες ακόμα σημειώσεις.
Λαγούμια θανάτου.
Προσμένουν χορταριάζοντας.
Θαρρώ το κάστρο του Μόλυβου μας κοροϊδεύει.
Αυτό ήταν φτιαγμένο γι’ άλλου είδους θανάτους.
II.
Μυτιλήνη,
σκόνη του λόγου στον αέρα,
υπολείμματα δόξας,
παρακμή κι εγκατάλειψη.
Ναύτες, στρατιώτες και τουρίστες.
Τι να προσθέσουν σε τόπους που πεθαίνουν;
Επιθανάτιοι ρόγχοι,
εξατμίσεις απ’ τα μηχανάκια που νοικιάζονται.
Bikes to let, rooms to let.
Και παραδίπλα Άγιος Ραφαήλ…
ΙΙΙ.
Γέμισε ο τόπος φραγκολεβαντίνικα όνειρα.
Άλλη ζωή αυτοί πάνε να στήσουν.
Καραδοκούν με κιάλια
σε στέγες ξενοδοχείων και πανσιόν,
κρύβονται σε κουζίνες εστιατορίων,
χαμογελούν πίσω από πάγκους μαγαζιών,
που, τι πωλούν, δεν προσδιορίζεται.
Αυτοί που φύγαν
χαμένοι απ' τον τόπο τους,
επαρχιώτες στις Ομόνοιες,
γύρισαν κουβαλώντας το σύνδρομο,
μαζί τους ήρθαν ξένοι πλάνητες
που οσμίστηκαν σήπον κέρδος,
τέλος κι οι άμοιροι οι ντόπιοι
βλέποντας, πήραν το δρόμο της κάργας.
Μα πόσα ψοφίμια μπορεί να ξεβράσει το Αιγαίο
στο κεφάλι του Ορφέα πλάι;
ΙV.
Ελαιοτριβείον 1908.
Ακροκέραμα, πέτρα, παράθυρα
στον ήλιο στενά, όρθογώνια όρθια.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την αλμύρα.
Όλα τα σιδερένια μέλη μας κι οι αρμοί σκουριάζουν.
Διατηρητέον τυπικώς.
Μετασκευασμένον εσωτερικώς.
Μεταλλαγμένον ουσιαστικώς.
Πως μπορείς να κρατήσεις την ιστορία
κάνοντάς την ξενοδοχείο ξεπεσμένων τουριστών
και μπαρ μεθυσμένων φαντάρων;
Πέντε-δέκα χρόνια το πολύ,
μετά ούτε ο Άγιος Ραφαήλ δε μας σώζει.
V.
Ερεσός-Σιγρί, Μονή Υψηλού.
Εδώ όμως, ανταμώσαμε απόγευμα τον ουρανό,
με άλμα επί Scoda ξαφνικό
σ’ αυχένα ανεμόδαρτο,
ενώ η Σαπφώ έπλεε βόρεια,
άσπρο σημάδι στην αχνή γραμμή της Λήμνου.
________
Ιούλης '91 - Αύγουστος '97
photo: Unkown and two screenshots from the documentary "4.1 Miles", by Daphne Matziaraki, https://vimeo.com/185717440
τόση άγρια μοναξιά
μια μικρή γλυκιά αρχαιολόγος
ευτελισμένη ως αρχαιοφύλαξ
κι ένας νέος άντρας μόνος που έσκαβε
δεν έμαθα την ιδιότητά του· τον ονόμασα ανασκαφέα έτσι
πέρασα δυο φορές σε δέκα μέρες· το ίδιο σκηνικό
αυτή στο τραπεζάκι της στην σκιά
κι αυτός στις πέτρες του στον ήλιο
είναι ένα μικρό θαύμα το Παλαμάρι
θα κάνει χρόνια πενήντα
να το ιδούν στο τέλος τα εγγόνια μου
της μοναξιάς του πρώιμος πολιτισμός
της ερημίας στο κέντρο του Αιγαίου
και σήμερα ακόμη αυτό είναι
μόνος ανασκάπτεται
είπα πως θα τον έβρισκα στην Άκανθο
σιγά μη κάτσει σ’ ένα τόπο ο αλητήριος
ψιλοπράματα
κάτι σπαράγματα παραληρηματικά
κι ένα στραβό ραβδί στην άμμο
δαρμένο από σαράντα κύματα
το πληγιασμένο πόδι του ν' αλαφραίνει
δεν θέλω άλλες ιστορίες μ' αποικίες φέτο
φτάνει πια
θα πάω στον νότο
να βρω τον φίλο μου τον Χείρωνα τον Μάγνητα
τρεις χρόνους τώρα κάτω απ' το μάρμαρο
έλεγε πως στο Μούρεσι
του πήρε ο δρόμος ένα μικρό οικοπεδάκι
καρφάκι δεν του καίγονταν
μόνο για να πιστεύουμε ότι είναι από το Πήλιο
δεν είναι ζήτημα αρμονίας
ούτε ρυθμού
επί κεκλιμένου επιπέδου
αυτό είναι και το πρόβλημα
τα άλλα όλα
τέντες
λιμναία εγκατάλειψις
ξενών η συντροφία
ας μπουν στην άκρη
δεν σώζει το αλφάδιασμα του βήματος
photo: https://www.fosonline.gr/plus/epikairotita/article/12320/prespes-se-ligi...
ο χρόνος χαλαρώνει τους αρμούς
έρχεται ομίχλη και τα τυλίγει όλα
κομμάτια και θρύψαλα
στρώσεις επί στρώσεων
και μετά ψάχνεις και βρίσκεις
απεγνωσμένα
τυχαία θραύσματα άσχετα
δεν είναι από μόνο του κακό
για ποιον όμως και πότε και γιατί
και γίνεσαι γελοίος
στα μάτια των που έχουν φύγει
των που θά 'ρθουν
δεν φταίει σε τίποτα ο καιρός
εσύ φταις· εσύ το θέλεις· εσύ το κάνεις
Μπροστά πηγαίνει ο Φίλιππας
και πίσω του η Χριστίνα.
Ανάμεσά τους σκουντουφλούν
Γραμματική και Άννα.
‘Μη τρέχετε Άννα και Γραμματική,
θα πέσετε απ’ τη σκάλα.’
‘Πού πάτε Φίλιππα όλοι μαζί;’
‘Για καραμέλα στη γιαγιά Αργυρή’
Μεγάλωσαν,
δεκατρείς χρόνους μετά.
Ερημία.
Χωρισμοί.
Μοναξιά.
Δεν έμεινε ψυχή.
Πέταξαν όλοι στον βορρά.
Έτσι όπως ήρθαν.
Πέτρα στην πέτρα δεν στεριώνει εδώ.
Πώς να στεριώσει ρε γαμώτο,
αφού εκείνος ο άθλιος λυρικός
πάτησε το ποδάρι του στην άμμο
τρακόσια μέτρα παρακάτω,
μ’ ένα σπαθί δυο πιθαμές
και μια ξεφτιλισμένη ασπίδα;
_________________
Αύγουστος '01 - Ιούλης '14
όταν όλα θα τά 'χει καταλάβει ο λόγος
και η ψευδοπατίνα των πέντε αστέρων
τότε που δεν θά 'χετε πια
πού να σηκώσετε την ψωλή σας
τότε μονάχα θα καταλάβετε
την ομορφιά του αυθαίρετου
και την χάριν του
θε μου ας μην πέσει κι αυτός ο πεύκος
ας μη γίνει γκαζόν σ' αυτήν την άλλην επέλαση
των αδελφών Ορλώφ και τ' αλαφρόμυαλου Παπαζώλη
είναι ο πιο όμορφος μοναχικός σ' όλη την περιοχή
στην άκρη αυθαίρετης αυλής αυθαίρετου χαλάσματος
κάτω του θάλασσα
πλάι του βαρέα οχήματα
περνούν και απειλούν
πρώτα έγινε ο δρόμος βαρέων οχημάτων
άφησε ερείπια στα δεξιά του
ύστερα ήρθαν τα βαρέα οχήματα
κουβαλούσαν μια θεία ανάπηρη
χαιρετούσε τα πεύκα με μια βεντάλια
ο Άρης με τα όνειρα του '60
μας είχε τελειώσει απ' το '93
έχτιζε ο δόλιος το Ξενία του
κι ο φτωχοδιάβολος πιο κάτω το δικό του
αυθαίρετα τον έτρεχε η πολεοδομία όλη του την ζωή
ήτανε ίδια κι ήταν όμορφα, είχανε και την ίδια μοίρα·
το νιώθαμε από τότε
Κάνιστρο τώρα
τι να χωρέσει απ' Ορλωφικά
είκοσι λίτρα το πολύ
φυτρώνουν οι υψηλότατοι αείλανθοι
επάνω σου και δίπλα σου και μέσα σου
κλείνουν τα μονοπάτια
μα εσύ δεν ήθελες παρά να είσαι φύλλο
ακάνθου απάνω σε κιονόκρανο κορινθιακό
χορεύουν οι Κινέζοι απάνω σου
λένε οι ξεδιάντροποι πώς πέσαν απ’ τον ουρανό
παπάρια· τους έφερε ένας ξένος βασιλιάς μωρός
στολίδια για τον κήπο της στέρφας γυναίκας του
κι αυτοί δραπέτευσαν να ξεσαλώνουν
αιώνες δύο τώρα στα χαλάσματα όλης της χώρας
ας είναι· παραμένεις
δεν σε κομμάτιασαν ούτε σε κάναν σκόνη
όπως ας πούμε ο παλιός Νίγδελης τα σπλάχνα σου
κι οι Ινδιάνοι απ' την British Columbia την κοιλιά σου
δεν είναι ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι
αμέτρητοι χορέψανε στην ράχη σου
ελάχιστοι σ' αγάπησαν
εκείνος ο νταρνάκας έμπορας Εμμανουήλ
αυτοί που σώρευαν πέτρες κι άναβαν φωτιές στον Κάκαβο
κι ίσως κι εγώ· τώρα τελευταία
αενάως κάθε απόγευμα· ανόητοι
για την ψαριά και με τους γλάρους
ακόμα πιο πριν κι από τους Άνδριους
τους Χαλκιδείς
οι βόρειοι το είπαν sustainability
μπερδεύοντας τα άσπρα μπούτια της Brundtland
με την λευκή μελαμίνη στο κινέζικο γάλα
και το μετέφρασαν αειφορία
κάποιοι αλαφριοί κι ευφάνταστοι δικοί μας
άρχοντες χωριάτες και παμπόνηροι
τρίβουν τα χέρια και χαμογελούν
ωραία λέξη· κάτι θά 'βγει κι από αυτήν
μην με πατάτε
είμαι παλιό αδύναμο και γερασμένο
δεν θα τ’ αντέξω
μη σας γελάει το λαμπερό μου άσπρο και το γκρι μουντό
πλαστικαδούρες χημικές αδιάβροχες και άοσμες
πάει καιρός που έπαψα να μοσχοβολάω ασβέστη
κρατιέμαι με κρατάνε κι όσο πάει
όσο ξεβράζει η θάλασσα κουφάρια
αν αφαιρέσεις την αιώρα τα μαξιλάρια και τα φαναράκια
θα έχεις ένα εξαίσιο ρεαλιστικό decorative element
του παρακείμενου ‘παλιού μύλου στη θάλασσα’
μπορεί κανείς να φανταστεί τον μυλωνά με την μυλωνού
ή ένα ζευγάρι ανόμων εραστών κάπου πίσω απ' το δέντρο
και νά 'χουν αφήσει το μηχανάκι πάνω στο χαλίκι
έτσι όπως είναι όμως δεν είναι παρά μέρος
για εσπερινή σύναξη αφράτων κώλων
ξέρεις εσύ ξέρει κι ο designer σου· το ξέρουμε πια όλοι
πώς ν’ ανεχτούν oι πελάτες μας βόλτα στην παραλία με μηχανάκι
και πώς να λιμπιστούν τον έρωτα στο χαλίκι
στ' αργιλόχωμα
στον βράχο
ή εν τέλει στα όρθια πλάι σε κόκκινο Sachs και σ’ αρμυρίκι
ξεκοιλιασμένα τα κορμιά μας στην ακτή
στον δρόμο οι μηχανές μας πεταμένες
να λιώνουν στην αρμύρα και τον ήλιο
ό,τι δεν μπόρεσαν να κουβαλήσουν
τα γύφτικα Toyota και τα Datsun
να μένει να θυμίζει στάρι
σκληρό και μαλακό εντόπιο
κάτασπρο αλεύρι και γλυκό ψωμί
είναι αρκετές οι δύο καταδύσεις
στα κρύα νερά βαθιάς ακανθινής ακτής
να κλείσουν όλες οι πληγές
του δέρματος και της επιφανείας
των ανοήτων πελταστών κι όλης της ψιλοσύνης
μπροστά στο θάμα του Στρυμόνος και του Άθωνος
μένει μόνο το σιδηρούν δόρυ του δεύτερου οπλίτη
στην ξύλινη πύλη σου για πάντα καρφωμένο
οι Χαλκιδείς κι οι Άνδριοι σφάχτες να δικάζουν το κορμί σου
αυτά δεν σβήνονται με τίποτε
μόνο με τις φωτιές του Διπλαράκου στα ψηλά του Κάκαβου
να κοροϊδεύουν τα κανόνια των ευδρόμων
κοιμήσου ήσυχο εσύ μικρούλι μου
έχουμε δρόμο ακόμη
ευθεία και πλάι
στ' ακρωτήρι του Κάβο Σαλονικιού
απ' την Αστρίδα
μοίρες εκατόν εβδομήκοντα και έξι
αρχοντονήσια μόνον είναι
και Σκύρος και Άνδρος και Σύρα
κι ύστερα ο Χάνδακας
έρως λοιπόν και μάρμαρο Θάσου
αχ να τολμούσατε
να παίρνατε τον δρόμο του μαρμάρου
θα βλέπατε πως δεν τελειώνει στο σημείον
πάει κατευθείαν στις Εννέα Οδούς
στη χώρα των Ηδώνων
και μην πιστεύετε κανέναν Θουκυδίδη
δική μας είναι ακόμη· πάντα ήταν
κανένας Άγνων δεν την χάλασε
ποια Αμφίπολη και μαλακίες
εδώ δεν φτιάχναν τα ρημάδια
δεν τα στηλώνανε· τ' αφήναν
να τα λιώνει ο καιρός ο αέρας το νερό
σχεδόν πάντα αρχινούσαν κάτι καινούριο δίπλα τους
μισά κι ατέλειωτα τους μέναν τα μισά
με τ' άλλα πορευόμασταν
αχ
γιατί εσείς αγόρια μου
περήφανοι ψαράδες
του γαύρου της σαρδέλας και του σαφριδιού
να ζητιανεύετε γαριδάκια
απ' τον κάθε κατεστραμμένο
που τίποτα δεν βλέπει
τίποτα δεν είδε
μπορεί μια εικόνα με πρόσφυγες
να μην έχει αγωνία πόνο και θάνατο
ντροπή γυφτιά και πλιάτσικο
ναι· μόνο χαρά
αρκεί να είναι πρωί πρωί
και κάτω απ' το εκκλησάκι της γοργόνας Παναγιάς
ωραία παλληκάρια γύρω γύρω να φυλάνε
στη μέση της βάρκας
γυναίκες και παιδιά απ’ το κύμα
και να φτάνουν
έλειψα τρία χρόνια
με τρέχανε στα δυτικά σου
να κυνηγάω μαϊμούνια και αρκούδες
εγώ είμαι στην ανατολή σου
να σε κοιτάω πρωί και ν' ανασταίνομαι
να μου μετρούν έξι νεκρούς
και να επιμένω· όλα είναι ίδια ρε
ν' ακούω καινούργιες γλώσσες στην ακτή
και να μετράω το σταθερό και τ' αμετάβλητο
της άμμου της πέτρας και τ' αλμυρού ύδατος
πληγώνεις το δάσος σου
και βγαίνει κάτασπρο μάρμαρο
σου μένει μια ανοιχτή πληγή
ωραία λευκή πληγή για πάντα
νά 'χες και κάτι να την κλείσεις...
κάνει το δάσος ό,τι μπορεί
μα δεν βαριέσαι
να μισοκρύβονται αιδημόνως τα τραύματα
και ας μη θεραπεύονται ποτέ· αυτό είσαι
αυτό ήσουν κι έτσι πέταγες ανάλαφρα
κι ίσως να είχες δίκιο
αφού εδώ είμαστε ακόμα
χορεύουν οι ελιές με τα καραγάτσια στη Νταμούχαρη
δεν βρήκα τον Χείρωνα* ούτε από μνήμης
ούτε και με συντεταγμένες απ' το γραφείο
8-6-9
μου είπαν πως σ' έχουνε στην database
και χάθηκα στον ήλιο και το μάρμαρο
μέχρι λιποθυμίας
καλύτερα έτσι ίσως
χαιρετισμούς λοιπόν
ας πάμε γι άλλα Νίκο
____________
*Νίκος Μάργαρης
είπα πως θα τον έβρισκα στην Άκανθο
σιγά μη κάτσει σ’ έναν τόπο ο αλητήριος
ψιλοπράματα
κάτι σπαράγματα παραληρηματικά
κι ένα στραβό ραβδί στην άμμο
δαρμένο από σαράντα κύματα
το πληγιασμένο πόδι του για ν' αλαφραίνει
καλά που δεν φαινότανε κι η Θάσος κάθε μέρα
για να με πιάνει η στεναχώρια
πως είμαι απέναντί της μακριά
ένα βραδάκι μόνο καθάρισε ο ορίζοντας
και κόντεψα να σκάσω
δεν θέλω άλλες ιστορίες μ' αποικίες φέτο
φτάνει πια
θα πάω στον νότο
να βρω τον φίλο μου τον Χείρωνα τον Μάγνητα
τρεις χρόνους τώρα κάτω απ' το μάρμαρο
έλεγε πως στο Μούρεσι
του πήρε ο δρόμος ένα μικρό οικοπεδάκι
καρφάκι δεν του καίγονταν
μόνο για να πιστεύουμε
ότι είναι πράγματι απ' το Πήλιο
_______________
*Νίκος Μάργαρης
photo: Christos E. Dimakis Ιερισσός
είναι κοντά τριάντα χρόνια
που τον προσμένω στην Αστρίδα
παρέα με χαλασμένους Θάσιους
τζίφος
πότε άθλιοι Θράκες πότε χαχόλοι Ήδωνες
πότε καλόβολοι Λημνιοί ή Μυτιληνιοί με ξεγελάνε
πέφτω μετά στα μαύρα
δεν ήρθε και φέτο ο κόπανος από την Πάρο
σκέφτηκα πως αν ήταν νά 'ρθει
θά 'πιανε πρώτα τα βόρεια του Άθωνος
θα πάω λοιπόν στην Άκανθο να περιμένω
ίσως να είμαι φέτο τυχερός
τριάντα καλοκαίρια τώρα
βλέπω Άθωνα νοτιοδυτικά
χαράματα απ' την Αστρίδα
στην νοτιωτάτην Θάσο
να και μία λοιπόν φορά που βλέπω
τον ήλιο ν' ανατέλλει απ' αυτόν
Παλιούρι σημαίνει ίσως φράχτες αγκαθωτοί
ας μας προστατεύουν απ' την ξένη βουλιμία
το υπολειπόμενον του χρόνου μας
το μονοπάτι πέρναγε μέσα από την αυλή
στο σπίτι σύριζα κι απάνω απ' τ' αυλάκι
Νταμούχαρη - Παπά νερό
σπίτι κρυφό και λιμανάκι αόρατο απάνεμο
ένα πράμα· καταφύγιο
λένε στα μαύρα χρόνια έσωνε
ψυχές και σώματα στο Μούρεσι
ευθεία απέναντι
ο Αϊ Στράτης και ο Μόλυβος
το Αϊβαλί κι η Πέργαμος
κι από την άλλη
Πήλιο και δάσος σκοτεινό
στάρι αλεύρι λάδι ελιές σύκα άνθρωποι κι όπλα
τώρα που οι πέτρες γίνονται σκόνη και χαμός
σβήνουν και γράφουν την αγία μνήμη
οι εξοχότητες του σιδερά και του σαράφη
με δράσεις και προγράμματα της σωτηρίας του κώλου
δεν στέργουν για να το χαλάσουνε οι ζωντανοί του
νέο ζευγάρι Νορβηγών
ανάμεσα σε άσπρα ανθάκια
πενήντα φωνασκούντες Γάλλοι
μετά ερημία προϊστορική
σε άργιλο άμμο θάλασσα και πέτρα
μονότονη σκαπάνη του μοναδικού ανασκαφέως μόνον
το πρώτον εχάθη ένα ιώτα
κατόπιν το υδρόχρωμα κάλυψε το άλλο
πέρυσι ανετράπη το άλφα της αρχής
κι ύστερα άρχισε να τρώει ο σκώληξ
σιγά σιγά το όμικρον
έτσι κάπως τελειώνουν τα πελάγη
δεν το ήξερα
θα πάρω κι ετούτην την παράταση που μου εχαρίσθη
αν και σιχάθηκα τ' ασβεστολιθικά πετρώματα
τα σάπια παλαμάρια και τα σκουριασμένα συρματόσχοινα
σε νεκρολίμανα και σε τόπους κρανίου
όλο ιστορίες θανάτου και ίχνη ζωής στις ξερολιθιές
στην νότια Σκύρο δεν περίμενα τίποτε άλλο από σκύρα
έχει όμως αρκετές γωνιές απάνω τους να βλέπω Βόρειο Αιγαίο
και φτάνει
ω χώρα μου
σχοινί σάπιο και σκουριασμένο συρματόσχοινο
πλεονασματικός ασβεστόλιθος και χρόνος παρατεταμένος
θα μείνεις στοιχείο διακόσμησης
θα σαπίζεις στη στεριά
καλά να πάθεις
αφού δεν τους έπνιξες στη θάλασσα
όταν μπορούσες
και με τον Ξέρξη
και με τους Αθηναίους
και με τον Βρασίδα
και με τον Φίλιππο
σας έμεινε στο τέλος
μια παραλία ερείπια
μισή πόλη να πωλείται
κι ένας κομμένος δρόμος
για τ' Αγιονόρος
κανονίστε τώρα
να σας πάρουν και το χώμα σας
εργάτης μόνος
παλαιός των ημερών
λειτουργικότατος
σκουριάζει στην αρμύρα
αναζητεί καρνάγιο
καραβομαραγκό
καΐκια
ή
το απολεσθέν υποκείμενο
των αλαφριών ταξιαρχιών
και να μην τους περνάει καν η ιδέα
πως τον κουβαλούν στα θηριώδη τζιπ τους
θα φύγουμε
όσο υπάρχει θάλασσα κι Εγνατία
θα φύγουμε
ας μας προγράψουν
πίσω απ' το Πάγγαιον
είναι η βάλτα των Φιλίππων
ακάνθια επί ακανθίων
κυτταρίνη επί μετάλλου
ποιος ο φονιάς και ποιος ο δικαστής
βγάλε λοιπόν άκρη αν μπορείς
σ’ αυτήν την βάλτα
υγρή ασυνέχεια της Ακάνθου
Άνδριοι ή Χαλκιδείς
με μια βαλίτσα χάρτινη
και μέσα ένα πλαστό ψωμί
φτάσαμε εδώ μετά από τρία χρόνια
άνοιξη του πενήντα δυο
ένας αρσενοκοίτης
ένας φωτιά και λάβρα καβγατζής
κι ένας χαζός που ακολούθαγε·
όλοι με λερωμένο ποινικό
βρώμαγε ο τόπος νάρκες και ΤΕΑ
άντε και να τους πείσεις
πως είσαι λιγνιτωρύχος
και πας για το Μαντέμ-Λάκκο
σημαία μισή
ένας μισογκρεμισμένος φράχτης
και μαύρα λάβαρα στην οδοσήμανση
αυτό εξήντα χρόνους και εφτά
ένας νεαρός αγιορείτης
αποσχηματισμένος του έρωτος
μ’ έπαιξε στα χέρια του μωρό
δεν μίσησα άνθρωπο σ' όλη μου την ζωή
έφτανε ν' αποφεύγω τους άχαρους
δεν θα μισήσω τώρα
ήτανε μια χαζή μάγισσα πάνω στα βράχια
με το ραβδί της έκανε τα κύματα στρόγγυλα
σαν και την αμμουδιά του Καρυδιού
θλιβερά σαν λάσπη
κοίταγε την στοχαστική γραμμή του Κάκαβου ο ανάλαφρος ουρανός
ζήλεψε την ελαφράδα και την χάρη της κι είπε να την μιμηθεί
δοκίμασε μιαν θερμική μεταβολή απότομη
με διαφορική εξίσωση παράξενη
τι να κατουρήσει ο ντετερμινισμός του
βγήκε ένα καημένο ημίτονο συννεφιασμένο
εκεί όλα σας καταλήγουν αστόχαστοι
στο χοροπήδημα νηπίων
δεν δίνω δεκάρα για τα έργα σας
μόνον εκείνη η τρύπα στα σύννεφα απέναντι
στο πλάι του Άθωνα όπως κατεβαίνει με νοιάζει
να βγάζει ίσως λέω στην αγκαλιά
του βορειότατου Αγαίου
όταν είδαν το μάρμαρο στην άκρη και τον σίδηρο
έσυραν τα καράβια τους στην αμμουδιά
ασπίδες και κοντά σπαθιά κραυγές κι αλαλαγμοί
γέμισε ο τόπος αίματα και έμειναν για πάντα
τώρα δεν έχει τίποτε να σε κρατά παρά
το να ψαρεύεις τα μικρά μουρμούρια υποβρυχίως
και να σε βλέπει ο άσπρος γλάρος επί ξύλου
από την άκρη της ακτής χλευάζοντάς σε
Διόρθωνε μία καλύβα στην Αστρίδα,
πρόσθεσε ένα δωμάτιο
κι έβγαλε ένα αγκωνάρι θηρίο
στην άκρη του οικόπεδου, πλάι στο δρόμο.
«Το κοίταζα, μου είπε, με τις ώρες
κι είπα για δεν το κάνω εκκλησάκι.»
Άνοιξε μια τρύπα με το κρουστικό και το καλέμι,
τράβηξε δυο γραμμές με δράπανο
να μοιάζει με σκεπή αρχαίου ναού
κι έβαλε στην γωνία ένα καντήλι της μάνας του.
Έτσι.
Να περνούν και να τ' ανάβουν,
χωρίς εικόνες και στολίδια.
"Στον Άγνωστο Θεό!"
Είπε και γέλασε.
Ποιον άγνωστο θεό;
Mια ματιά γύρω, μιαν ανάσα
κι ευωδίαζε Διόνυσος
μετρώ κάθε τέτοια ώρα
εδώ και τρία βράδια
τρία καναντέρ
που έρχονται απ' τη Θάσο
δεν θέλω ν' ακούσω τίποτε για το νησί
θα το κλάψω μόνος μου
έτσι κι αλλιώς καμένο το πρωτογνώρισα
και ξέρω τι του κάνανε οι αχρείοι
τριάντα χρόνια τώρα
Απ’ τα στενά των Ελευθερών
στην ερημία των εκβολών
με τα γλυκά νερά,
στα κίτρινα χώματα
της άκρης του Αιγαίου
να βγω.
Αριστερά μου να ’ναι η Θάσος,
δεξιά μου η κορφή κρεμασμένη του Άθωνος
και τα θολά ρεύματα του Στρυμόνος.
Ν’ αφήσω πίσω μου Σύμβολα και Παγγαία
και να κινήσω για την Ιωνία
μου πρέπει θαρρώ.
Ζέστη, πρωί,
ημίγυμνο καλοκαίρι.
Ξυπόλυτοι μπαμπάς και θυγατέρα
σε τσάκνα, χώμα, κουτσουλιές.
Επίπονη θητεία στο βάδισμα.
Και τι κατάφερες Άγγελε
που τελικά πια μπορείς,
όταν σηκώνεις το πόδι σου
να το πηγαίνεις όπου εσύ θες;
Αντίθετα η κορούλα σου,
δεν ξέρει πού το πάει
ή, καλύτερα, δεν νοιάζεται.
Έχασες όλη τη γοητεία της κίνησης Brown.
Κέρδισες βέβαια λίγο από Καρτέσιο.
Ποιος να γνωρίζει πιο πολλά,
ποιος τις κουρτίνες να σηκώνει;
Ο αστερόεις της Αστρίδας ουρανός,
ένα μικρό φωτάκι στην πλευρά του Άθωνος
κι ένα φτυαράκι παιδικό χαμένο στην άμμο
όπου έφηβοι και κορασίδες παίζουν
και ανυποψίαστοι τελείως ερωτεύονται.
Δύο Θασίτισσες γερόντισσες ελιές
μαύρες, καμένες κι άραχνες
μαραζιασμένες σαν το δρυπεπή καρπό τους,
σε ασβεστόλιθο σταχτόχρωμο, θρυμματισμένο,
στην κορυφή αρχαίου λατομείου.
Σου μένει μόνο να θεωρείς πέλαγος
ανάμεσά τους, να γελιέσαι συνεχώς.
Της φαντασίας σου είναι η σκιά
ή μήπως φάνηκε απέναντι η Λήμνος;
Σπάνιο το βέβαιον.
Στα είκοσι χρόνια τρεις φορές,
ύστερα από βροχή ή άνεμο βόρειο, άγριο.
Μα μαγική της φύσεως η εικόνα, εξαίρετη.
Ενάργειας πλήρης.
Αντάξια της επιμονής και του απολεσθέντος χρόνου.
Φτάνει.
Όχι πως βέβαια αρνήθηκες
τον έναστρο του αιώνα σου ουρανό.
Είχες το μερτικό σου στα μοντέρνα, να το πούμε.
Τεχνολογίες, επιστήμες,
του κήπου των Εσπερίδων θάματα
-δεν είναι πράματα ν’ αφήνονται αυτά.
Χαρά δεν βρίσκεις άλλην όμως. Αν
αλάτι, λάδι, μέλι και κρασί
μία φορά λιμπίστηκες.
Θάσος,
ακρωτήρι Παχείη,
χερσόνησος του Άθωνα.
Αδύνατον να μας γελάσεις πονηρέ.
Οι γευσιγνώστες αγρυπνούν
με γεύματα επτασφράγιστα
και φυλαγμένα σε ναούς.
Εδώ κόβουμε κώλους
για το κρασί που νόμισες
πως θα πουλούσες νερωμένο.
Ποιος είναι αυτός ο χαμένος Έλληνας
που περπατάει μοναχός στους δρόμους των Βρυξελών,
την προσφυγιά είκοσι τριών αιώνων κουβαλώντας
και την απελπισία δυο κιόνων, όρθιων, ιωνικών
στην άκρη μιας ανήσυχης θάλασσας, κρύας κι αλμυρής,
στα βόρεια του Αιγαίου
που βουλιάζουν στη θλίψη μέρας περίεργης,
ούτε καλοκαιριού, ούτε χειμώνα,
ούτε ανοίξεως, ούτε φθινοπώρου;
Και κει, κάτω απ’ τo μέγαρo των κραταιών συμπολιτειών,
περιτριγυρισμένo με σκαλωσιές ρετουσαρίσματος
και πάνες αποστειρωμένες,
βγάζει το πράμα του και κατουράει το περιτοίχιο,
κάνοντας δηλαδή ό,τι κάνουν και δυο τρεις Βέλγοι περαστικοί.
Τι να μου κάνουν πια
οι όμορφες γραβατούλες σας
και τα κομψά σας κουστουμάκια;
Αυτά τα είδα όλα, τα γνώρισα,
πέρασα ανάμεσά τους.
Δύο γουλιές ούζο να βρέξω τα χείλια μου
θέλω τώρα
σε νοτιότατον άκρον νησιού
βόρεια του Αιγαίου,
σ’ ακρογιαλιά και να φυσάει αεράκι,
σε τόπον που του μένουνε ακόμα
δυο-τρία απούλητα κομμάτια
και τα σπασμένα μέλη του ορυκτού κορμιού μας
βρίσκονται σκόρπια εδώ κι εκεί.
Είκοσι χρόνια Καβάλα-Θάσος
και πρώτη φορά με τίμησαν
δελφίνια.
Τετράς
ήρεμη, σοβαρή, επίσημη.
Φώναξε ένας μικρός
‘δελφινάκια, δελφινάκια!’
κι έγειρε το καράβι δεξιά.
Είδαν αυτά,
χαιρέτησαν
κι έφυγαν αριστερά
βουτώντας στ’ απόνερα π’ αφήναμε.
Καμπούρα γαϊδάρου πρόβαλλε το νησί
Ο Αρχίλοχος περίμενε στο νότο.
Αν μού 'λεγαν να ζωγραφίσω θάνατο,
αυτόν τον ξανθό, Σουδίτη, θηλυκό άγγελο
θά ’κανα μοντέλο.
Δρεπανηφόρο και φτερωτό
να αναδύεται απ’ τα νερά
του κόλπου της Αστρίδας
και οι μακριοί μηροί του να τυλίγονται
στην υγρασία του πρωινού,
στην μουσική και στους καπνούς που κουβαλάει
από το Τερεζίν,
καθώς να μας προτείνει
ανταλλαγή της κίτρινης παλιάς ομπρέλας μας
με το ξυρισμένο του αιδοίο.
Βρήκαν τ’ αρχαία πέρσι το χειμώνα.
Δεν είναι μόνο να τα βρεις.
Είναι κι εκείνα να σε βρουν.
Και να σε θέλουν.
Είδαν λοιπόν με τι είχαν να κάνουν.
Κάλεσαν φέτος το φθινόπωρο
τον ουρανό, τα σύννεφα και τον πατέρα τους τον Δία.
Μια καταιγίδα έφτασε να γίνει ποταμός,
τόπος κατάξερος, γεμάτος πέτρα.
Πού βρέθηκε το χώμα κι η τόση λάσπη θε μου;
Και ξαναθάφτηκαν.
Είναι φανερή η προσπάθεια των αρχαιοκαπήλων.
Στο παράκτιο ευρυστόμιο σπήλαιο,
διαρκούντος του χειμώνος,
έστησαν το πρόχειρο εργαστήριό τους.
Κάποιοι βουτούσαν τις ήρεμες μέρες,
ανέβαζαν τα υπολείμματα των αμφορέων
και κάποιοι πυρετωδώς τακτοποιούσαν τα ευρήματα.
στο έδαφος του σπηλαίου, μακριά από μάτια περιέργων
κρυμμένοι από στεριά και θάλασσα.
Ξέρουν πως μόνον θερινοί επισκέπτες
φτάνουν στην άκρη του Κάβο-Σαλονικιού.
Δεν τους προέκυψε φαίνεται όμως,
ούτ’ ένας οξυπύθμενος ολόκληρος.
Είν’ όλα τακτοποιημένα, μα τίποτα αξιόλογο,
τρία-τέσσερα θραύσματα ο κάθε σωρός.
Η τύχη δεν ήταν με το μέρος τους.
Ας είναι, αυτοί συνέχισαν αλλού.
Τι να τον κάνεις αυτόν τον τόπο; Όλο γεννάει.
Και το καλό και το κακό δε φτάνουν
για να τον χαρούν. Δε φτάνουν.

Μια ακακία,
ακόμη μια
-Κωνσταντινουπόλεως αυτή-,
δυο αρμυρίκια, τρεις ελιές.
Ανάμεσα θάλασσα.
Τρεις παρέες.
Αυτός είναι ο παράδεισος.

Να μείνει, τι να μείνει;
Ό,τι άφησαν κι οι άλλοι.
Στη χαραμάδα του βράχου
το κύμα που σκάει και πηγαινοέρχεται
λειώνει την πέτρα, την κάνει στρόγγυλη.
Ένα κομμάτι κεραμίδι αρχαίο
-λαγήνι, πιθάρι, ειδώλιο, κέραμος στέγης,
όστρακο ίσως δημοκρατικό εξαίσιο.
Έμεινε.
Σκάλωσε με την ελαστική δύναμη
παλαιάς ρίζας πεύκου.
Το βρήκα, το άγγιξα, το άρπαξα.
Δίπλα του παρατημένο στην άμμο
το organizer του γιου μου,
καλοκαιρινή του ανεμελιά.
Και τα δικά μας υλικά είναι γερά.
Θα μείνουν.
Οι μνήμες μας μ’ όλα τους τα terabyte
θα μπορούν να διαβαστούν.
Θα ’ναι αρκετά πιο εύκολα από τη Γραμμική Β.
Να πουν τι;
Τα ραντεβού, τις σκέψεις μας,
τους έρωτές μας, τα κλάματα, τα γέλια.
Αυτά. Κι ύστερα βλέπουμε
για τ’ άλλα που τα λένε ιστορία.
Θα μείνουν.
Ήρθε και στήθηκε ο βρωμιάρης
είκοσι και μερόνυχτα μπροστά μας.
Ψάρευε κάθε βράδυ έναν γύρο απ΄ την Παναγιά,
ακούγονταν και κάτι ύποπτες βροντές,
ξεψάριζε όλη μέρα στο πλάι των κολυμβητών.
Ένας φαινόταν στο κατάστρωμα,
μαυριδερός και στραβοκάνης,
τραγούδαε μέρα-νύχτα Καζαντζίδη.
Μ’ ένα τριπίθαμο μαχαίρι στην χερούκλα του
κι ένα λάστιχο, να πλένει τα αίματα στη κουβέρτα,
πέταε τα πτώματα στη θάλασσα,
μάζευε όλο το καραγλαριό να το ταΐζει.
Μάζεψε ο μικρός στο κουβαδάκι ένα πρωί,
σάπιο και ξεσκισμένο από τους γλάρους, ένα φανάρι.
‘Κοίτα παππού, βρήκαμε ένα τέρας.’
Κολύμπησα την ίδια μέρα πλάι του.
‘Από την Πάρο είσαι;’
Άνοιξε το σκαμμένο πρόσωπο,
ένα χαμόγελο όλο φως, μέχρι τ’ αφτιά.
‘Όχι, εκείνος ήταν άλλος.
Εγώ είμαι Λημνιός.
πέτα πουλί μου πέτα ψυχούλα μου
πέτα Μπαμπίνο μου
κανείς δεν θα μπορέσει να σε σταματήσει
ένα ναυτάκι λαθραίο μετανάστη στο Αμέρικα
στη Δυτική Γερμανία gastarbeiter
τον κομμωτή του Θεολόγου
τον κτίστη της θαλασσινής και της αρχαίας πέτρας
τον γλύπτη του κέδρου που μοσχοβολάει
καθώς τον ξύνει το τριβείο σου πρωί
τον σχεδιαστή τον μάστορα
-και άλλα τόσα ανομολόγητα-
τ' αλάνι της Αστρίδας
πάνω στην μαύρη BMW με το καλάθι
ποιος να τον σταματάει
εκείνον τον ψηλό ευκάλυπτο
κι εγώ ήθελα να τον ακούω χειμώνα
δεν ήθελα γαμώτο να στεναχωρέσω τον φονιά του
Τέλος των χρόνων μας.
Τέλος.
Και από πίσω του προβάλλουν πρίγκιπες πάλι.
Άσπρα ντυμένοι·
ο τόπος γύρω χάνεται,
αυτοί εκεί,
όρθιοι στην πλώρη, χαμογελούν.
Κι εμείς απ’ την ακτή,
τα σπήλαια, του άλατος τα λατομεία
χαμογελούμε.
Πώς έγινε έτσι αυτός ο τόπος;
πώς έκλεισαν οι δρόμοι όλοι;
Δεν έχει μέρος το κεφάλι σου να γείρεις.
Δεν έχει πόρτες για να σε φυλάξουν,
χέρια να σ’ αγκαλιάσουν,
χείλια να σε φιλήσουν.
Θέλω να δω.
Πάνω απ’ το Αιγαίο, την Ιωνία,
τη Θράκη μου και τη Μακεδονία.
Το ξέρω, το ξέρω…
Τά ’χουνε πει, τά ’χουνε τραγουδήσει.
Για φως μιλάμε.
Φως και χρώμα.
Πώς το μπορέσαν όμως όλοι;
Πώς τα κρατήσαν μόνα τους;
Τι τρέλες έκαναν με τη συχνοτική
και μόνο υπόστασή τους!
Τα άλλα, τα γύρω, δεν τα είδαν;
Δεν τ’ αγγίξαν;
Κι εγώ γιατί πονώ;
Επανέρχομαι, επανακάμπτω.
Δε με ξεγέλασαν.
Θα ξανασκύψω στην εξάρτηση.
Θ΄ αναζητήσω τις αιτίες.
Το δρόμο μου θα πάρω απ’ την αρχή.
Για μια θέση στη βροχή,
σε παράπηγμα αυθαίρετο
με σκεπή ανοιχτή,
τόσες και τόσες μετάνοιες,
εναγκαλισμοί αηδίας κι οδύνης
με την καρδιά σφιγμένη
και τα τείχη της ερείπια κάθε φορά.
Παλαιόπολις Σαμοθράκης,
γραμμή ευθεία από πέτρες ριγμένες ατάκτως
από το Πτολεμαίειον ως το χάος των καθέτων βράχων
στα πόδια του Σάου.
Έρημος τόπος, αρχαίος,
χωρίς ελπίδα καμία επανεγκατάστασης
κατοίκων που πήγαν ταξίδι στο χρόνο
αφού κι ο χώρος γι αυτούς έγινε πεπερασμένος,
στενός κι εξαντλήθηκε.
Πώς έλαχε σε μένα μόνο
μοίρα Κάβειρου;
Να βλέπω, να ακούω,
να αισθάνομαι, να ξέρω,
αλλά να μη μπορώ να πω την Λέξη,
δεμένος μ’ όρκους
φόβου, ολέθρου, θάνατου
στα πόδια του Σάου.
Γεννήθηκα εις τας Σέρρας,
ο ένας παππούς μου προσφυγάκι Μαλγαρινό
κι ο άλλος χαμένος Ήδωνας στις τρύπες του Παγγαίου.
Τι διάολο έχω με τα Εβόρακα και τι τα θέλω ακόμη;
Εβόρακον,
Εβόρακον εκ νέου, Τσατάλτζα.
Τρίγωνο αμβλυγώνιο, άθλιο.
Τι, τάχα, με διώκεις;
Τι σού ’φταιξα ο δόλιος,
την ηδονή μου αναζητώντας χαμηλόφωνα
και κεκρυμμένος στην μια αιχμηρή σου κορυφή;
Εγώ που πόθησα λίγο τους παππούδες μου να δω,
πατέρα και μητέρα να τιμήσω,
γλυκιές κοιλάδες κι ήρεμα βουνά
να μ’ αγκαλιάσουν και ν’αγκαλιάσω.
Έβρος και Νέστος και Στρυμόνας κι Αξιός.
Βόρειο Αιγαίο, Σαμοθράκη, Θάσος.
Αίμος, Ροδόπη, Ρίλα και Πιρίν.
Μενοίκιο, Παγγαίο, Άθως και Χορτιάτης.
Θερμαϊκός, στον αστράγαλο του Ολύμπου.
Άλλο δε θέλησα ποτέ, τίποτα και κανένα.
Και δός του αίματα πριν γεννηθώ.
Και δός του ειρήνες ξεσκισμένες
κι άλλα πολλά κι ακατονόμαστα ύστερα.
Ιδού εγώ λοιπόν κρεμάμενος με χάρτινα σκοινιά στο Εβόρακο
και με γραφή ηλεκτρονική,
πιεστική κι απρόσωπη στο Νέο Εβόρακο.
___________________________________________
Εβόρακο: θάνατος Κωνστάντιου Χλωρού 305 μΧ, ανακήρυξη Κωνσταντίνου Α
Eβόρακο = York
Εβόρακο εκ νέου = New York
Μπορεί ο Κωνστάντιος ο Α' ο Χλωρός
κι ο Μέγας του υιός
ν' αλλάζουν ακόμη την ζωή μου;
Σαφώς, αφού πήγε ο άγιος
κι από το μακρινό Εβόρακο,
τους σκοτεινούς Τρεβήρους
βρήκε -πού στης μάνας του;-
την ταπεινή Τσατάλτζα.
Και τι του φταίγαμε εμείς στη Ραιδεστό,
τα Μάλγαρα, το Πάγγαιον ή τη Θάσο,
να κουβαλήσει ολόκληρη πρωτεύουσα
διαγωνίως στο κεφάλι μας;
Κάθε πρωί ανάβω έναν θερμοσίφωνα με ξύλα
για της ημέρας το ζεστό νερό.
Με παιδεύει,
η καπνοδόχος του είναι άθλια,
στραβή,
φυσάει κι ένα άτιμο βοριαδάκι
πάντα τα πρωινά.
Συνήθως έχω για προσάναμμα
προχθεσινές εφημερίδες.
Σήμερα χρησιμοποίησα τα χαρτιά
με την πρόχειρη γραφή του χθεσινού ποιήματος.
Άναψε εύκολα, κανένας κόπος.
Ύστερα κόπασε ο αέρας.
Το τζάκι ορθώθηκε,
έγινε ίσιο,
ψήλωσε από μόνο του
κι οι βρύσες άρχισαν να τρέχουν ζεστό νερό.
Ήρθε ένας τεθλιμμένος άγγελος
με το κεφάλι του γερμένο αριστερά
πρωί-πρωί στον κήπο μου.
Με τις λευκές φτερούγες του ανοιχτές
αγκάλιασε τη βρύση μου
κι από το στέρνο του ανάβλυσε νερό.
Είχε την πλάτη στο βορρά,
κοίταζε προς τον Άθωνα.
Δεν έχω ανάγκη από μηνύματα, του είπα,
τα πιο πολλά τα ξέρω
και το τυχαίο έμαθα να καρτερώ.
Τότε έκλαψε κι έφυγε.
«Tι κάνουν Μάστρο-Μπάμπη μου,
τρεις άσπρες πέτρες, μάρμαρο
θαλασσινό αρχαίο απ’ το Καλάμι,
σταχτί τσιμέντο και δυο μέτρα σωλήνας πλαστικός;»
«Κυρίου Άγγελο, κυρ Χρήστο μ’»
απάντησε ο άδολος των ονείρων μου μάστορας.
-Δε θά 'ρθουν τ' αστέρια πιο κοντά αν ανέβεις στην ταράτσα.
Είπε ο Ευθύμης.
-Θά 'ρθουν. Εδώ είναι η Αστρίδα.
Είπε η Αγγελική.
Κάθε πρωί, αφήνω τη γαλήνη της Αστρίδας
ν’ ανέβω στη σταχτιά αετοφωλιά του Αρχάγγελου
όπου και συναντιέμαι μ΄ ένα ζευγάρι αεροπλάνα αστραφτερά
που σπάνε το φράγμα του ήχου.
Άθως,
Λήμνος,
Σαμοθράκη.
Πεδίον κυανόχρουν της απέλπιδός μου μάχης.
Καράβι αργοκίνητο, λευκό
σέρνεται νωχελικά ανάμεσα στη Θάσο και τον Άθωνα.
Βόμβος μηχανής.
Ρόγχος μεσημεριανού κώματος επερχομένου.
Μα που πάνε, τι κάνουν;
Ποια καπνομάγαζα άφησαν,
ποια Λέσβο παν να προσκυνήσουν;
Θάσος μου νότια, χρυσού απογεύματος.
Ταμείον γαλήνης και έρωτος.
Λατομείον λευκού μαρμάρου ατελεύτητο,
μετέωρο στο χρόνο -μαθηματική ασυνέχεια.
Πευκάκια μικρά, ίσα που αρχίσαν
να πρασινίζουν τις πλαγιές με τα αποκαΐδια,
το μέλι του Θεολόγου ρέει στις κυψέλες μαύρο ακόμη.
Τι δουλειά έχει αυτό το άσπρο στεφάνι θανάτου,
σημείο πολιτισμών άλλων, βαρβαρικών,
πάνω ακριβώς στους κόμπους της πέτρας και του αλατιού;
Με μιαν αχρηστευμένη πετονιά στο ένα χέρι,
στέκομαι στην άκρη του κάβο-Σαλονικιού
και ψηλαφώ με τ’ άλλο την Ιερισσό απέναντι
το μέρος που ήθελε να κόψει ο Ξέρξης
ενώ ο ήλιος έχει βουτήξει στις Ελευθερές,
πίσω απ’ την κορφή του Παγγαίου.
Μα ο τόπος αυτός είχε κι άλλη ζωή.
Πριν τα καράβια μου και τ’ αεροπλάνα μου,
πριν απ’ τις εσπέριές μου σκέψεις.
Αυτό το κεχαριτωμένο πλάσμα, ενδεδυμένο θάλασσα,
που κολυμπά παράλληλα στα βράχια της ακτής
όπου λιάζονται γυμνοί Βησιγότθοι,
άθλιοι, ασπρουλιάρηδες και ξεπλυμένοι
κι αναμετριούνται φωνασκώντας μυστακοφόροι,
χοντροκοιλαράδες Οθωμανοί,
είναι δική μου κόρη και του τόπου αυτού.
Σάρκα της σάρκας μου,
σκέψη της σκέψης μου
καρδιά της καρδιάς μου.
Και την βαπτίζω,
εδώ στην άκρη του Κάβο Σαλονικιού
απέναντι απ’ τον Άθωνα,
σε απαστράπτοντα ουρανό
στο όνομα των βράχων και στο χρώμα των νερών,
Ανγκελικήήήήή!
Όρθιοι φαλλοί,
τυλιγμένοι κισσό κι αμπελόφυλλα.
Φύλλα συκιάς που δείχνουν πιο πολλά
απ’ όσα κρύβουν.
Μικροί σάτυροι, Σειληνοί και μαινάδες
κι ο βασιλιάς Διόνυσος
πίσω απ’ τη βρύση μου.
Έρωτας άγριος, ώσπου να πεις:
‘δεν μπορώ άλλο, φτάνει, θα πεθάνω’.
Χρόνια τώρα περπατούσα
τον μικρό κάμπο της Αστρίδας.
Μετρούσα τους εφτά λόφους γύρω της,
τα κρυμμένα λιμανάκια της,
τα χαραγμένα σύμβολα
στο μάρμαρο των λατομείων.
Μάζεψα ένα πανέρι όστρακα
σε μιαν αυλή, δυο πιθαμές γης.
Έλεγα πως αν ήμουν
ναυαγός ή πειρατής,
αλάνι στο βόρειο Αιγαίο
κι έπρεπε τη πόλη μου να κτίσω,
εδώ, εδώ θα διάλεγα
τον τόπο.
Έτσι στη στροφή,
εκεί που αφήνεις τη δημοσιά
να βγεις στο χωματόδρομο για τον οικισμό,
δυο βήματα δηλαδή κάτω απ’ την καλύβα μου,
φέτος τον χειμώνα βρήκαν τον πρώτο τάφο
κι ένα αρχαϊκό εργαστήριο κεραμικής.
photo: Christos E. Dimakis