Διόρθωνε μία καλύβα στην Αστρίδα,
πρόσθεσε ένα δωμάτιο
κι έβγαλε ένα αγκωνάρι θηρίο
στην άκρη του οικόπεδου, πλάι στο δρόμο.
«Το κοίταζα, μου είπε, με τις ώρες
κι είπα για δεν το κάνω εκκλησάκι.»
Άνοιξε μια τρύπα με το κρουστικό και το καλέμι,
τράβηξε δυο γραμμές με δράπανο
να μοιάζει με σκεπή αρχαίου ναού
κι έβαλε στην γωνία ένα καντήλι της μάνας του.
Έτσι.
Να περνούν και να τ' ανάβουν,
χωρίς εικόνες και στολίδια.
"Στον Άγνωστο Θεό!"
Είπε και γέλασε.
Ποιον άγνωστο θεό;
Mια ματιά γύρω, μιαν ανάσα
κι ευωδίαζε Διόνυσος