όταν είδαν το μάρμαρο στην άκρη και τον σίδηρο
έσυραν τα καράβια τους στην αμμουδιά
ασπίδες και κοντά σπαθιά κραυγές κι αλαλαγμοί
γέμισε ο τόπος αίματα και έμειναν για πάντα
τώρα δεν έχει τίποτε να σε κρατά παρά
το να ψαρεύεις τα μικρά μουρμούρια υποβρυχίως
και να σε βλέπει ο άσπρος γλάρος επί ξύλου
από την άκρη της ακτής χλευάζοντάς σε