Ποιος είναι αυτός ο χαμένος Έλληνας
που περπατάει μοναχός στους δρόμους των Βρυξελών,
την προσφυγιά είκοσι τριών αιώνων κουβαλώντας
και την απελπισία δυο κιόνων, όρθιων, ιωνικών
στην άκρη μιας ανήσυχης θάλασσας, κρύας κι αλμυρής,
στα βόρεια του Αιγαίου
που βουλιάζουν στη θλίψη μέρας περίεργης,
ούτε καλοκαιριού, ούτε χειμώνα,
ούτε ανοίξεως, ούτε φθινοπώρου;
Και κει, κάτω απ’ τo μέγαρo των κραταιών συμπολιτειών,
περιτριγυρισμένo με σκαλωσιές ρετουσαρίσματος
και πάνες αποστειρωμένες,
βγάζει το πράμα του και κατουράει το περιτοίχιο,
κάνοντας δηλαδή ό,τι κάνουν και δυο τρεις Βέλγοι περαστικοί.