χορεύουν οι Κινέζοι απάνω σου
λένε οι ξεδιάντροποι πώς πέσαν απ’ τον ουρανό
παπάρια· τους έφερε ένας ξένος βασιλιάς μωρός
στολίδια για τον κήπο της στέρφας γυναίκας του
κι αυτοί δραπέτευσαν να ξεσαλώνουν
αιώνες δύο τώρα στα χαλάσματα όλης της χώρας
ας είναι· παραμένεις
δεν σε κομμάτιασαν ούτε σε κάναν σκόνη
όπως ας πούμε ο παλιός Νίγδελης τα σπλάχνα σου
κι οι Ινδιάνοι απ' την British Columbia την κοιλιά σου
δεν είναι ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι
αμέτρητοι χορέψανε στην ράχη σου
ελάχιστοι σ' αγάπησαν
εκείνος ο νταρνάκας έμπορας Εμμανουήλ
αυτοί που σώρευαν πέτρες κι άναβαν φωτιές στον Κάκαβο
κι ίσως κι εγώ· τώρα τελευταία