Κάθε πρωί, αφήνω τη γαλήνη της Αστρίδας
ν’ ανέβω στη σταχτιά αετοφωλιά του Αρχάγγελου
όπου και συναντιέμαι μ΄ ένα ζευγάρι αεροπλάνα αστραφτερά
που σπάνε το φράγμα του ήχου.
Άθως,
Λήμνος,
Σαμοθράκη.
Πεδίον κυανόχρουν της απέλπιδός μου μάχης.
Καράβι αργοκίνητο, λευκό
σέρνεται νωχελικά ανάμεσα στη Θάσο και τον Άθωνα.
Βόμβος μηχανής.
Ρόγχος μεσημεριανού κώματος επερχομένου.
Μα που πάνε, τι κάνουν;
Ποια καπνομάγαζα άφησαν,
ποια Λέσβο παν να προσκυνήσουν;
Θάσος μου νότια, χρυσού απογεύματος.
Ταμείον γαλήνης και έρωτος.
Λατομείον λευκού μαρμάρου ατελεύτητο,
μετέωρο στο χρόνο -μαθηματική ασυνέχεια.
Πευκάκια μικρά, ίσα που αρχίσαν
να πρασινίζουν τις πλαγιές με τα αποκαΐδια,
το μέλι του Θεολόγου ρέει στις κυψέλες μαύρο ακόμη.
Τι δουλειά έχει αυτό το άσπρο στεφάνι θανάτου,
σημείο πολιτισμών άλλων, βαρβαρικών,
πάνω ακριβώς στους κόμπους της πέτρας και του αλατιού;
Με μιαν αχρηστευμένη πετονιά στο ένα χέρι,
στέκομαι στην άκρη του κάβο-Σαλονικιού
και ψηλαφώ με τ’ άλλο την Ιερισσό απέναντι
το μέρος που ήθελε να κόψει ο Ξέρξης
ενώ ο ήλιος έχει βουτήξει στις Ελευθερές,
πίσω απ’ την κορφή του Παγγαίου.
Μα ο τόπος αυτός είχε κι άλλη ζωή.
Πριν τα καράβια μου και τ’ αεροπλάνα μου,
πριν απ’ τις εσπέριές μου σκέψεις.