Πώς έγινε έτσι αυτός ο τόπος;
πώς έκλεισαν οι δρόμοι όλοι;
Δεν έχει μέρος το κεφάλι σου να γείρεις.
Δεν έχει πόρτες για να σε φυλάξουν,
χέρια να σ’ αγκαλιάσουν,
χείλια να σε φιλήσουν.
Θέλω να δω.
Πάνω απ’ το Αιγαίο, την Ιωνία,
τη Θράκη μου και τη Μακεδονία.
Το ξέρω, το ξέρω…
Τά ’χουνε πει, τά ’χουνε τραγουδήσει.
Για φως μιλάμε.
Φως και χρώμα.
Πώς το μπορέσαν όμως όλοι;
Πώς τα κρατήσαν μόνα τους;
Τι τρέλες έκαναν με τη συχνοτική
και μόνο υπόστασή τους!
Τα άλλα, τα γύρω, δεν τα είδαν;
Δεν τ’ αγγίξαν;
Κι εγώ γιατί πονώ;
Επανέρχομαι, επανακάμπτω.
Δε με ξεγέλασαν.
Θα ξανασκύψω στην εξάρτηση.
Θ΄ αναζητήσω τις αιτίες.
Το δρόμο μου θα πάρω απ’ την αρχή.