ό,τι κι αν γίνει
ό,τι κι αν έρθει
όσο αν αργήσει ο καιρός
εμείς θ' ανθοφορούμε ρε
έχουνε δίκιο τελικά οι Έλληνες
να λεν τους θαλασσοπνιγμένους
‘λαθρομετανάστες’
κρατούν το ‘πρόσφυγες’ για εαυτούς
ξέρουν αυτοί από αυτά
δεν είναι για να παίζεις με τους τίτλους σου
μια τέτοιαν εποχή
τι σου φυλάει ο καιρός δεν ξέρεις
______________________________________________
Και επειδή εγώ είμαι έντιμος κλέφτης, να ευχαριστήσω την σοφή γιαγιά που έλεγε στην φιλενάδα της προχθες το απόγευμα σε μιαν αυλή της Καμτσίδας: "έχνι δίκιου οι Έλληνοι που λεν τις θαλασσοπνιμένοι λαθρομετανάστις, του πρόσφυγοι είνι για τσ' εαυτοί τς, ξέρνι".
Ε ρε, τι λαβράκια βγάζει η άνοιξη κι οι ανοιχτές αυλές!
είναι που έχουν άνοιξη στις χώρες τους
μόνιμη και παρατεταμένη
κοντεύουν πέντε χρόνια
είναι που έχουν χρώμα οι εξεγέρσεις τους
και βελουδένια υφή
να μην ξεχάσω και των κοινωνικών δικτύων την συμμετοχή
τον λύκο πίσω που εγέρασε τον έχουμε κρυφό
φτάνουν δυο μέρες στην πατρίδα σου
να σου προσθέσουνε στους ώμους δέκα χρόνια
θα θέλατε καριόληδες να είναι έτσι ε
όχι· δεν θα το πάρω το φαρμάκι σας
θα κάτσω σε μια ακροθαλασσιά
να βλέπω κόκκινα καράβια να περνούν
μαύρα ελικόπτερα και πάνοπλους φρουρούς
ν’ ανεβοκατεβάζουνε ηλίθιους επισήμους
θα περιμένω
μια μπύρα ένα τσιγάρο ένας καφές
είναι ο αφανισμός σας όλο κι όλο
τον χρόνο μου έμαθαν να μετρώ οι παλαιοί
να λογαριάζω τον αιώνα οι φίλοι
εφήβους και νεάνιδες
παίδες και κορασίδες
να καρτερώ
να τους μαθαίνω γράμματα
να ετοιμάζουν την αποκαθήλωσή σας
Να τους προσέχεις κόρη μου,
ακόμη και στα πιο καλά τους.
Όσα λαμποκοπούν κι αστράφτουν.
Τον κώνωπα να διυλίζεις, να ψάχνεις
την λεπτομέρεια και το βάθος.
Εκεί έχουν κρυμμένο το τέρας τους
και περιμένει, εκεί κι η κόλασή τους.
Είναι φτιαγμένοι απ’ το ίδιο υλικό.
Όπως κι οι άλλοι, όλοι οι καλοί μας φίλοι.
Τι αξία έχουν αλήθεια καμιά εβδομηνταριά κουφάρια
στην ερημιά και την ομίχλη των παγωμένων Πιερίων
παραμονές Χριστούγεννα του ενενήντα εφτά;
Ανυπολόγιστη.
Κινούν ολόκληρα κομμάτια
του απονεκρωμένου μας κοινωνικού ιστού,
μηχανισμούς απίθανους μονίμως ναρκωμένους
θα έλεγα ίσως και κομμάτια σοβαρά
παραγωγής και κατανάλωσης.
Θε μου πού φτάσαμε;
Τι είναι όλοι αυτοί που τριγυρνούν,
ιδρώνουν, ξεϊδρώνουν, πασχίζουν
γύρω από φλόγες που σβήνουν στα χιόνια
ψυχές που έτυχε να πληρώσουν
βαρύ φορτίο ανθρώπινης φιλοδοξίας;
Μα τι δουλειά έχεις να γίνεις πουλί;
Τι δουλειά έχεις ταξιδιώτης τόσο μακριά
για πέντε ψίχουλα ψωμί;
Βρέχει συνέχεια,
δυο μέρες τώρα,
θα βρέχει κι αύριο.
Είναι ώρες-ώρες που μού ‘ρχεται
να λεω αυτήν τη βροχή 'μαλακισμένη'.
Σταγονίδια τόσο ψιλά,
σπρέι ύδατος, που αιωρούνται λες,
καθώς πέφτουν αργά αργά
-ομίχλη τώρα είν' αυτό ή βρέχει;
Απ' το παράθυρο κάποια στιγμή
είδα την κορυφή του πύργου να χάνεται,
ενώ το στρεφόμενο σαλόνι του ήταν ορατό.
Αυτό προσπάθησα να 'πιάσω'
όταν ψηλότερά του,
βγήκε ξαφνικά απ' το σύννεφο τ' αεροπλάνο.
Ίσα που πρόλαβα να τα βάλω
μέσα στο κάδρο για μία λήψη μόνο.
Κάθισα μετά και σκέφτηκα
πως φάγαμε μια νύχτα ολόκληρη κι ένα πρωινό
να κλείσουμε μια φτηνή θέση σ' ένα κουτί στα σύννεφα,
το χθεσινό ατύχημα
και την Τριάδα στο ουκρανικό Γιάκοβλεφ πριν χρόνια.
Τα περί φτήνιας των πτήσεων
τα είχα γράψει τον Φλεβάρη,
γυρνώντας.
Πάντα ήθελα να γράφω για την βροχή.