Στοίχειωσε μέσα μου σήμερα ο Πεθελινός,
μ' αυτούς τους βέβηλους της μνήμης μου.
Γεννήθηκα το ‘55, Πέμπτη απόγευμα, 5 η ώρα.
Τέλη Ιούλη, κατακαλόκαιρο.
Είχε μόλις βρει δουλειά στον Πεθελινό.
-Δουλειά για μαύρους,
κουβαλούσαμε τις πέτρες πάνω σε ξύλινες κάσες,
με τα χέρια, δυο άτομα, ένας μπρος, ένας πίσω,
να στήσουμε τ' ανάχωμα στην διώρυγα του Πεθελινού,
τελευταίο απομεινάρι της λίμνης τ' Αχινού
Τον ειδοποίησαν απ' την κοινότητα.
Βραδάκι δανείστηκε ένα ποδήλατο,
στα μισά του δρόμου για τις Σέρρες έσπασε την αλυσίδα.
Η δύναμη της λαχτάρας, τόση ήταν η χαρά του.
-Δεν ήξερα πώς να συνεχίσω, είχε σκοτεινιάσει
καταμεσής του κάμπου, μετά το Παραλίμνιο.
Το πήρα στην πλάτη μου και συνέχισα,
κοντά είκοσι χιλιόμετρα, με τα πόδια.
Έφτασε στην κλινική του Σκουλίδη χαράματα.
Με πλάτη πληγιασμένη και παπούτσια τρύπια.
Είδε ένα μακρύ παιδί, αδύνατο και μελανιασμένο
και την Αγγελική του ξέπνοη κι εξαντλημένη.
-Πώς να μην ήσουν έτσι χάλια, ρε Τάκη.
Κι εκείνη κι εσύ. Ένα καλοκαίρι βγήκε ολόκληρο
με καρπούζι και τυρί μονάχα.
Ας είν' καλά ο Τζάτζας που μας είχε στεφανώσει,
έδινε βερεσέ τα ελάχιστα με το τεφτέρι.
Ήταν 24, είναι 84, μπαίνω στα 60.
Ζήσαμε κι ας έχουν παρατήσει τ' αναχώματα,
κι ας ξαναφάνηκε η λίμνη τ' Αχινού.
https://www.newsbomb.gr/ellada/story/571894/synagermos-stis-serres-apo-t...